Στη λογοτεχνία οι τόποι δεν αποτελούν απλώς σημεία πάνω στον χάρτη. Μετατρέπονται σε μνήμες, εικόνες και βιώματα που συνοδεύουν τον δημιουργό σε όλη του τη ζωή και συχνά αφήνουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στη γραφή του, αλλά και στη ζωή του.
Για τη συγγραφέα Ελένη Χατζή η σχέση με τα Μετέωρα δεν περιορίζεται στην οικογενειακή της καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της. Είναι ένας βαθύς εσωτερικός δεσμός, που αναδύεται κάθε φορά που επιστρέφει στον τόπο μας και αντικρίζει τους επιβλητικούς βράχους.
Η συγγραφική της πορεία χαρακτηρίζεται από ευαισθησία, βαθιά ενδοσκόπηση και μια ξεχωριστή ικανότητα να μετατρέπει τις προσωπικές εμπειρίες, τη μνήμη και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα σε λογοτεχνία που αγγίζει τον αναγνώστη.
Με λόγο λιτό, αλλά ουσιαστικό, αναζητά πίσω από τα γεγονότα τον άνθρωπο, τις σχέσεις και όσα διαμορφώνουν την ταυτότητα και τον εσωτερικό του κόσμο.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» με τίτλο «Φαίνεται πως δεν θα ξανάρθω εδώ». Ο συγκεκριμένος τίτλος διαθέτει μια λιτότητα που συγκινεί από την πρώτη ανάγνωση. Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τον αποχωρισμό, τη μνήμη και την απώλεια. Πώς γεννήθηκε και γιατί επιλέξατε να δώσετε αυτόν τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή, κυρία Χατζή;
Ο τίτλος είναι μια φευγαλέα φράση-σκέψη ενός κοριτσιού που μόλις συνειδητοποιεί ότι πρέπει να εγκαταλείψει το Παρθεναγωγείο της Σμύρνης και μαζί και τη ζωή της εκεί, λίγο πριν την καταστροφή, στο διήγημα «Αρχαία πόλη, θέα από ψηλά». Νομίζω ότι είναι μια κομβική φράση, που αντιπροσωπεύει όλα όσα ο καθένας μας νιώθει, ξέρει μέσα του ότι δεν θα ξαναδεί ή δεν θα ξαναζήσει, αλλά και πάλι πάντα αμφιβάλει, γι’ αυτό και η πρώτη λέξη «φαίνεται» έχει σημασία. Υπάρχει πάντα το στοιχείο της αμφιβολίας, της διείσδυσης του φανταστικού και του παράλογου μέσα στις όποιες πραγματικότητες της ζωής.
Οι δεκαοκτώ σύντομες ιστορίες λειτουργούν αυτόνομα, αλλά συγχρόνως μοιάζουν να συνθέτουν ένα ενιαίο αφηγηματικό σώμα. Είχατε εξαρχής στο μυαλό σας αυτή τη συνομιλία μεταξύ των ιστοριών ή προέκυψε στην πορεία της συγγραφής;
Ήξερα τον τόπο κυριολεκτικά, αλλά και με την ευρύτερη έννοια του όρου ως «χώρου» εσωτερικού και υπαρξιακού, ως ιδέα, μέσα στην οποία θα «κατοικούσαν» οι ήρωες, αλλά όχι κάτι περισσότερο. Όλα προέκυψαν στην πορεία: η έκταση των ίδιων των διηγημάτων, ο αριθμός τους και η σχέση μεταξύ τους.
Η Σμύρνη δεν αποτελεί απλώς το ιστορικό σκηνικό των διηγημάτων σας. Είναι μια πόλη που μοιάζει να αποκτά δική της φωνή και παρουσία. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ως άνθρωπο αλλά και ως συγγραφέα;
Είναι μια πόλη-σύμβολο για τον πολιτισμό και την ομορφιά της, για τη ευτυχισμένη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών στοιχείων, αλλά και το τραγικό τέλος της. Όμως, δεν με ενδιέφερε τόσο η «ιστορικότητα» και το στοιχείο της ιστορικής μνήμης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Έχω αναπαραστήσει την πόλη με απόλυτη ακρίβεια, αλλά την τοποθέτησα σε ένα φασματικό πεδίο, όπου λειτουργεί ως πραγματική πόλη, υπαρκτή, αλλά και την ίδια στιγμή ως άυλη συνθήκη μέσα στην οποία αναπτύσσονται οι δυνάμεις που με ενδιαφέρουν, οι ήρωες που «κατοικούν» εκεί, ο τρόπος που νιώθουν και σκέφτονται, λίγες στιγμές πριν αυτή η πόλη πάψει να υπάρχει για πάντα.
Οι ήρωές σας δεν είναι οι πρωταγωνιστές των μεγάλων ιστορικών γεγονότων, αλλά οι άνθρωποι που καλούνται να τα υποστούν και να συνεχίσουν να ζουν. Τι σας ελκύει σε αυτές τις «σιωπηλές» μορφές της Ιστορίας;
Με ελκύει η διαχρονικότητα των συναισθημάτων και των ερωτημάτων, που τίθενται σε όλους μας μπροστά σε κάποιες κρίσιμες στιγμές στη ζωή μας, μπροστά στην καταστροφή μιας «Σμύρνης» που ο καθένας μας έχει μέσα του.
Για να αποδοθεί με αλήθεια μια τόσο καθοριστική ιστορική περίοδος, απαιτείται ισορροπία ανάμεσα στην τεκμηρίωση και στη μυθοπλασία. Πόση έρευνα προηγήθηκε της συγγραφής και σε ποιο σημείο αφήσατε τη φαντασία να πάρει τη σκυτάλη;
Η έρευνα που έκανα ήταν εκτενέστατη, μέσα από πηγές κυρίως Αμερικανών και Άγγλων διπλωματών, αλλά και μέρους της ανθρωπιστικής βοήθειας που έφτασε στη Σμύρνη, καθώς και μέσα από τα ημερολόγια, τα άρθρα σε εφημερίδες και τα αυτοβιογραφικά κείμενα, που κάποιοι έγραψαν μετά την καταστροφή, αλλά και από σύγχρονες ιστορικές αναπαραστάσεις και προσεγγίσεις. Υπάρχει και αρκετά μεγάλο φωτογραφικό υλικό που έχει διασωθεί. Είχα φτάσει σε ένα σημείο να έχω όλη σχεδόν την πόλη μέσα στο κεφάλι μου, όλες τις συνοικίες, τις εκκλησίες, και τους δρόμους. Δεν είναι έρευνα όμως τελικά, είναι μέρος του φανταστικού κόσμου, μέσα στον οποίο ζεις μαζί με τους ήρωες σου, είναι κάτι πιο φυσικό θέλω να πω.
Αν και οι ιστορίες εκτυλίσσονται πριν από έναν αιώνα, τα συναισθήματα που διαπερνούν τους ήρωες μοιάζουν εξαιρετικά οικεία και σύγχρονα. Είναι αυτή η διαχρονικότητα ένα από τα στοιχεία που αναζητάτε όταν γράφετε;
Νομίζω ναι, κυρία Δούλη, με ενδιαφέρει ακριβώς αυτό που λέτε, γι’ αυτό και δεν ήθελα να κάνω «ιστορικά» διηγήματα, όπως θα λέγαμε ιστορικό μυθιστόρημα. Και φαίνεται πως ασυνείδητα, όπως μου επεσήμαναν και κάποιοι αναγνώστες, χρησιμοποίησα τη γλώσσα, όπως τη χρησιμοποιούμε κάθε μέρα, δηλαδή πού και πού με κάποια απαραίτητα στοιχεία υλικού πολιτισμού αλλά δεν είναι διάλεκτος ή ντοπιολαλιά, δεν με ενδιέφερε η «αναπαράσταση». Προσπάθησα, χρησιμοποιώντας το παρελθόν, να κατασκευάσω ένα διαρκές παρόν, και όχι να ανασυστήσω το παρελθόν.
Η γραφή σας είναι λιτή και υπαινικτική, χωρίς να στερείται συναισθηματικής δύναμης. Πόσο δύσκολο είναι να αφηγηθεί κάποιος τον πόνο, την απώλεια και τον ξεριζωμό χωρίς να υποκύψει στον εύκολο συναισθηματισμό;
Σας ευχαριστώ πολύ για αυτή την παρατήρηση, κυρία Δούλη. Νομίζω ότι είναι δύσκολη οποιαδήποτε αφήγηση, πόσω μάλλον όταν σχετίζεται με το «τέλος», όποιο κι αν είναι αυτό, όταν είμαστε απαιτητικοί απέναντι στον εαυτό μας και στον αναγνώστη, όταν αναζητούμε να εκφράσουμε κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο. Αυτό πιστεύω κατακτάται μέσα στον χρόνο –στη δική μου περίπτωση σε πολύ χρόνο–, στον οποίο καλλιεργεί ο συγγραφέας τις τεχνικές που για εκείνον είναι ικανές να «φέρουν» μέσα τους και σημαντικές ιδέες και συναισθήματα. Και να τις «φέρουν» ειλικρινά, φυσικά και αβίαστα, διότι αυτό είναι το ζητούμενο.
Από τα δεκαοκτώ διηγήματα, υπάρχει κάποιο που σας δυσκόλεψε περισσότερο από τα υπόλοιπα; Όχι τόσο ως προς την τεχνική του, όσο ως προς το συναισθηματικό του βάρος.
Νομίζω ναι, είναι το διήγημα «Αρχαία πόλη, θέα από ψηλά», το δούλεψα πολλές φορές. Με δυσκόλεψε ιδιαίτερα γιατί είχε ευθείες αναφορές στην απώλεια της μητέρας μου, που συνέβη σε τρυφερή ηλικία και ήταν για μένα ένα πολύ σοβαρό τραύμα. Προσπαθούσα, και ελπίζω να το κατάφερα, να αποστασιοποιηθώ και να αφηγηθώ την ιστορία του κοριτσιού σε εκείνο το Παρθεναγωγείο που είπαμε στην αρχή, διότι αυτό με ενδιέφερε και όχι να αφηγηθώ την προσωπική μου ιστορία, κάτι που γενικότερα δεν μ’ ενδιαφέρει, το αυτοβιογραφικό στοιχείο εννοώ, τουλάχιστον συνειδητά.
Σε μια εποχή, στην οποία η πληροφορία διαδέχεται με ταχύτητα την επόμενη πληροφορία και η συλλογική μνήμη δοκιμάζεται, ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας; Μπορεί ένα βιβλίο να διασώσει όσα η Ιστορία ή ο χρόνος απειλούν να σβήσουν;
Ο άνθρωπος από αρχής κόσμου αφηγείται ιστορίες γύρω από τη φωτιά και δεν έχει σταματήσει έκτοτε. Η λογοτεχνία ως τέχνη είναι περισσότερο γέννημα της τυπογραφίας, δηλαδή της εποχής μετά τον Γουτεμβέργιο, όταν τα βιβλία κυκλοφόρησαν ευρέως και διαμόρφωσαν τη λογοτεχνία όπως την ξέρουμε, μέσω κυρίως του μυθιστορήματος, αλλά και της ποίησης, που είναι βέβαια αρχαιότερη τέχνη. Επειδή ζούμε σε μια ψηφιακή εποχή μετα-τυπογραφίας, δεν είμαι σίγουρη για την τύχη τής λογοτεχνίας και κατά πόσον οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να διαβάζουν βιβλία. Σίγουρα όμως δεν θα σταματήσουν να αφηγούνται τις ιστορίες τους και άρα να διασώζουν τις εμπειρίες, τις μνήμες, τα συναισθήματα και να ζουν φανταστικές περιπέτειες. Και όσοι γράφουμε λογοτεχνία θα συνεχίσουμε με αυτό το μέσο να ασκούμε «μια τέχνη ταπεινή», όπως έλεγε ο Σεφέρης. Δεν γίνεται αλλιώς.
Πριν από δεκατρία χρόνια είχαμε συνομιλήσει ξανά με αφορμή το βιβλίο σας «Ο Λάκκος του θριάμβου». Από τότε κύλησε πολύς δημιουργικός χρόνος. Αν μπορούσατε σήμερα να συνομιλήσετε με τη συγγραφέα του 2013, τι θα της λέγατε; Τι έχει αλλάξει στον τρόπο που προσεγγίζετε τη λογοτεχνία και τι έχει παραμείνει αναλλοίωτο;
Θα της έδινα μια πολύ ωραία συμβουλή που άκουσα από τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λυντς «Άφησε τον κόσμο να κινείται γύρω σου, μην αποσπάσαι, μην ταράζεσαι, κάνε αυτό που έχεις να κάνεις».
Κλείνοντας, θα δανειστώ τον τίτλο του βιβλίου σας. Αν η φράση «Φαίνεται πως δεν θα ξανάρθω εδώ» δεν αφορούσε έναν τόπο αλλά μια περίοδο της ζωής σας, μια συνάντηση ή μια εκδοχή του εαυτού σας, ποια θα σας ερχόταν πρώτη στον νου;
Η εποχή πριν τον θάνατο των γονιών μας και μετά.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 31 Ιουλίου 2026.












































