Η ποίηση υπήρξε πάντοτε ένας τρόπος να αναμετρηθεί ο άνθρωπος με τον χρόνο, τη μνήμη, τις εμπειρίες και τα ερωτήματα της ύπαρξης. Δεν γεννιέται μόνο από τις μεγάλες στιγμές, αλλά και από εκείνες τις μικρές, αθέατες διαδρομές της καθημερινότητας, που αφήνουν το αποτύπωμά τους στη συνείδηση και μετατρέπονται σε λόγο.
Ο ποιητής Πέτρος Μητρόπουλος προσεγγίζει την ποίηση ως έκφραση του βιώματος, ως μια προσωπική καταγραφή όσων γνωρίζει, αισθάνεται και κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του.
Στην ποιητική του ματιά ο χρόνος δεν είναι απλώς μια μέτρηση στιγμών, αλλά ο καμβάς, πάνω στον οποίο αποτυπώνεται η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση κάθε ανθρώπου.
Η μνήμη, η σωματικότητα και η άμεση εμπειρία αποτελούν βασικά στοιχεία της δημιουργικής του διαδρομής.
Η ποίηση μέσα από αυτή την οπτική δεν αποτελεί απλώς μια μορφή έκφρασης, αλλά έναν τρόπο αναζήτησης της αλήθειας τού ανθρώπου, έναν χώρο όπου οι προσωπικές εμπειρίες συναντούν τα συλλογικά ερωτήματα κάθε εποχής.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και τη σχέση της με το προσωπικό βίωμα, για τον τρόπο με τον οποίο οι γνώσεις και οι εμπειρίες τροφοδοτούν την καλλιτεχνική έκφραση, αλλά και για τις προκλήσεις που δημιουργεί η σημερινή ψηφιακή εποχή.
Σε έναν κόσμο, όπου η πληροφορία κατακλύζει την καθημερινότητά μας και η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία, ο ποιητικός λόγος παραμένει ένας χώρος αναζήτησης, ευαισθησίας και ανθρώπινης παρουσίας.
Η ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του αποτελεί μια περιήγηση στην ποίηση ως μνήμη, ως εμπειρία και ως έναν διαφορετικό τρόπο να ανακαλύπτουμε τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εσωτερικό κόσμο.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» το βιβλίο σας με τίτλο «…και η νύχτα κύλησε στο ρείθρο». Ο συγκεκριμένος τίτλος έχει μια έντονη εικόνα ροής και φθοράς. Πώς γεννήθηκε και τι σηματοδοτεί για το σύνολο της ποιητικής συλλογής σας;
Ο τίτλος της συλλογής προέρχεται από το ομώνυμο ποίημα, το οποίο γεννήθηκε με αφορμή τις καλοκαιρινές διακοπές στον τόπο καταγωγής μου, στον τόπο των εσαεί (για τους περισσότερους) ευφρόσυνων παιδικών χρόνων. Η φθορά, απολύτως φυσιολογική διαδικασία, πρέπει να ιδωθεί όχι ως δαμόκλειος σπάθη, αλλά ως μια διαδρομή αυτό-νοηματοδότησης.
Στην περιγραφή τού βιβλίου σας ο χρόνος ορίζεται σχεδόν επιστημονικά, αλλά επιστρέφει στην ποίηση μέσα από έντονη βιωματική εικόνα. Πώς συνυπάρχουν για εσάς ο «ορισμός» και η «εμπειρία» του χρόνου στην ποίηση;
Υπάρχει ο αντικειμενικός χρόνος (λεπτά, ώρες, κ.ό.κ.,) υπάρχει και ο βιωματικός χρόνος, ο οποίος είναι καθαρά προσωπικός. Ο χρόνος του ρολογιού είναι ο καμβάς, πάνω στον οποίο θα εκδηλωθεί η παλέτα τής, έτσι κι αλλιώς, ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης του κάθε ανθρώπου.
Υπάρχουν εμφανείς αναφορές στον Οδυσσέα Ελύτη. Ποια πλευρά τού έργου του θεωρείτε πιο καθοριστική για τη δική σας ποιητική διαμόρφωση, κύριε Μητρόπουλε;
Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένα ποιητικό ταλέντο παγκοσμίων διαστάσεων, κι ένας αναγνώστης, ιδιαιτέρως ένας μελετητής του, είναι δυνατόν να ωφεληθεί πολλαπλά και σε διάφορα επίπεδα. Η στιχουργική δεινότητα, η απελευθέρωση των ορίων της Ποίησης, η φωτεινότητα και διαύγεια των στίχων του είναι σημεία του Ποιητή, που με έχουν αγγίξει ιδιαίτερα, και μένει να προσεγγίσω άλλα πιθανώς σημαντικότερα. «Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν».
Η ποίησή σας φαίνεται να κινείται ανάμεσα στο στοχαστικό και το υπαρξιακό. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική ποίηση έχει απομακρυνθεί από τη βιωματική της ρίζα;
Αν βιωματική ρίζα εννοούμε την ποιητική έκφραση της ανθρώπινης εμπειρίας, η οποία εκδηλώνεται με χαρακτηριστικά, όπως ο εξομολογητικός χαρακτήρας, ή ας πούμε η υπαρξιακή αναζήτηση, τότε θα έλεγα πως όχι, δεν έχει απομακρυνθεί η σύγχρονη ελληνική ποίηση. Κάθε άλλο, πιστεύω πως τις τελευταίες δεκαετίες η ελληνική ποίηση περιστρέφεται γύρω από το βίωμα και τα αιτήματα του Εγώ και της έκφρασής του, σε αντίθεση με παλαιότερες γενιές που εμπνέονταν περισσότερο από συλλογικά οράματα.
Στο έργο σας ο λόγος συχνά αποκτά σχεδόν αφηγηματική ροή. Πού τελειώνει για εσάς η ποίηση και πού αρχίζει η πρόζα;
Όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Κ. Κουτσουρέλης σ’ ένα παλιότερο άρθρο του: «Με κριτήριο διακριτικό τον ρυθμό, το δίπολο στίχος/πρόζα περιγράφει τα δύο κύρια όργανα που έχει στη διάθεσή της η λογοτεχνία, τα δύο οργανικά της γένη. Στίχος είναι η έρρυθμη (έμμετρη ή άλλη) κατάρτιση του λόγου. Πρόζα είναι ό,τι δεν είναι στίχος». Στίχος και πρόζα είναι επομένως δύο διαφορετικά είδη. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβεί ωστόσο, η Ποίηση στην περίπτωση του πεζού λόγου επιτυγχάνεται μέσα από τον εσωτερικό ρυθμό, τη μουσικότητα, την υπαινικτική γλώσσα, τον συνειρμό.
Αναφέρετε ότι η αγάπη σας για την ποίηση ξεκίνησε από ένα συγκεκριμένο βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη. Ποιο ήταν το καθοριστικό στοιχείο εκείνης της πρώτης «συνάντησης»;
Το βιβλίο του Μάριο Βίττι «Οδυσσέας Ελύτης: Κριτική μελέτη» με εντυπωσίασε γι’ αυτό το υπέροχο μπόλιασμα υπερρεαλιστικής και εικονοποιητικής τεχνικής (η Κριτική το ονομάζει συχνά έλλογο υπερρεαλισμό), που λειτούργησε μοναδικά στην περίπτωση του Ποιητή, διαφοροποιώντας τον από του άλλους σύγχρονούς του υπερρεαλιστές.
Η εκπαίδευση ενηλίκων και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανήκουν στα επιστημονικά σας ενδιαφέροντα. Με ποιον τρόπο επηρεάζει η παιδαγωγική σκέψη τη γραφή σας;
Ό,τι γνωρίζει, ό,τι αισθάνεται, ό,τι βιώνει ένας καλλιτέχνης είναι η ύλη, με την προϋπόθεση του ξεχωριστού ταλέντου, με την οποία θα δημιουργήσει το καλλιτεχνικό του έργο. Υπό αυτή τη συνθήκη τα συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία δεν θεωρώ ότι επέδρασαν καταλυτικά στην ποιητική μου έκφραση, παρά μόνο στον βαθμό που ο πλούτος των γνώσεων, βιωμάτων και εμπειριών, κατά κανόνα, εμπλουτίζουν την ποιητική έκφραση.
Στην ποίησή σας υπάρχουν έντονες εικόνες σώματος, κίνησης και φυσικού τοπίου. Είναι αυτές οι εικόνες συνειδητή επιλογή ή προκύπτουν αυθόρμητα και πηγαία;
Νομίζω ότι η ποίηση μου χαρακτηρίζεται από την έντονη σωματικότητα, η οποία λειτουργεί –θα έλεγα– ακαριαία. Εκτός όμως από τα στοιχεία που αναφέρατε, κυρία Δούλη, υπάρχει έντονα και το στοιχείο της Μνήμης. «Όλον τον κόσμο γύρισα. Το πιο όμορφο μέρος, η μνήμη».
Υπάρχει στην ποίησή σας μια αίσθηση αγωνίας και έντασης. Είναι για εσάς η γραφή τρόπος εκτόνωσης ή κατανόησης της αγωνίας;
Στη δικιά μου περίπτωση η εμπειρία παραδίδεται συνήθως αυτούσια, αυθωρεί και παραχρήμα. Αν με την Ποίηση κατανοούσαμε τα προβλήματα που μας απασχολούν, με τόσους υπέροχους Ποιητές τόσους αιώνες θα είχαμε δώσει λύσεις στα περισσότερα. Αλλά αυτό μάλλον δεν προκύπτει.
Πώς βλέπετε τη θέση τής ποίησης σήμερα μέσα σε μια εποχή ταχύτητας, ψηφιακής πληροφορίας και μικρών μορφών λόγου;
Η επίδραση της ψηφιακής πληροφορίας, όπως λέτε, και γενικότερα του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων φαίνεται να επηρεάζει, μεταξύ των άλλων και την λογοπλαστική ικανότητα. Έχει αναλυθεί εκτενώς η στενή σύνδεση μεταξύ λεξιλογίου και γνωστικής λειτουργίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη νέα γενιά, η οποία μεγάλωσε με δεδομένη την έκταση και την επιρροή τού διαδικτύου σ’ αυτήν. Σήμερα επομένως θα έλεγα πως η Ποίηση θα μπορούσε να είναι ένας άλλος δρόμος στις AI ζωές μας.
Αν η ποιητική σας συλλογή έπρεπε να τοποθετηθεί σε μια εποχή ή ένα τοπίο, θα ήταν καλοκαίρι, χειμώνας ή κάτι ενδιάμεσο; Και γιατί;
Θα ήταν μια ηλιόλουστη μέρα έπειτα από μια εβδομάδα συνεχόμενης κακοκαιρίας κάποιου παγωμένου Γενάρη.
Αν έπρεπε να συμπυκνώσετε την ποιητική σας πρόθεση σε μία φράση, τι θα λέγατε ότι επιδιώκει τελικά αυτή η συλλογή;
Παραθέτω ως απάντηση τους τελευταίους στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογής: «…και στον κήπο τα φλιτζάνια πάνω στο τραπέζι ανέγγιχτα, ώστε να αναρωτιέται κανείς, αν στρώθηκαν για βεγγέρα ή για το ύστατο χαίρε».
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 17 Ιουλίου 2026.












































