Πιστεύει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σε μεγαλύτερο φόβο, διότι επί της ουσίας δεν ζει τίποτε, δεν νιώθει τίποτε και είναι απλά ένας ψυχρός και αμέτοχος παρατηρητής ηλεκτρονικών μηνυμάτων.
Ο Δημήτρης Σαρρής τονίζει ότι ο άνθρωπος παλαιότερων εποχών ήταν πιο ψύχραιμος, πιο σίγουρος αλλά και πιο γήινος. Γίνονταν πολλά και σε προηγούμενες εποχές, ωστόσο δεν θεωρεί ότι επικρατούσε ο γενικός και απροσδιόριστος φόβος που επικρατεί σήμερα.
Σημειώνει ότι τότε ήταν όλα πιο συγκεκριμένα και κατανοητά, ενώ σήμερα έχουμε περάσει σε μια μεταμοντέρνα αντίληψη καταναλωτικής αφασίας, και ότι ίσως η άγνοια και η απάθεια να είναι πιο έντονα συναισθήματα από τον φόβο.
Το μήνυμά του είναι να μην ξεχνάμε να διαβάζουμε και να μην αφεθούμε στη λαίλαπα της εύκολης εικόνας που μας έχει κατακλύσει. Να αντισταθούμε όσο μπορεί και όπως μπορεί ο καθένας μας στην αγοραία και προπαγανδιστική ανάγνωση της Ιστορίας. Διότι είμαστε σε μια ιστορική καμπή, κατά την οποία έχει σαφώς επικρατήσει η παραπληροφόρηση και το επισημοποιημένο ψέμα, γι’ αυτό και πρέπει ο καθένας μας να προσπαθήσει να το αναγνωρίσει και να το πολεμήσει.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από την Άνεμος Εκδοτική το βιβλίο σας με τίτλο «1979 – Η χρονιά που δεν τελείωσε ποτέ». Το νέο σας βιβλίο κινείται ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ, το ιστορικό μυθιστόρημα και το ταξιδιωτικό χρονικό. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής του και τι συμβολίζει για εσάς ο Ρόμπερτ;
Αν δεν υπήρχε αρκετό υλικό για τη χρονιά εκείνη, δεν θα γεννιόταν καμία ιδέα. Η καταγραφή ιστορικών γεγονότων ήταν το έναυσμα. Η αξιολόγησή τους έφερε το υλικό, για να γίνει το βιβλίο. Η σύνδεσή τους ήταν το επόμενο απαραίτητο βήμα, και κυρίως η λογοτεχνική απόδοση και η πλοκή. Σε αυτό το σημείο έρχεται και ο ρόλος του Ρόμπερτ. Έπρεπε αυτό το πρόσωπο να επινοηθεί. Είναι το νήμα που τα δένει όλα. Ο τρόπος του, τα ταξίδια του, η αντίληψή του, οι ιδέες του. Ο Ρόμπερτ είναι η φαντασία μου, αλλά και ο ρεπόρτερ που θα ήθελα να έχω γνωρίσει και να τον ρωτήσω πολλά και διάφορα…
Γιατί επιλέξατε το 1979 ως κομβική χρονιά της αφήγησης; Πιστεύετε ότι πράγματι «το 1979 δεν τελείωσε ποτέ», κύριε Σαρρή;
Μέσα στο πλαίσιο προετοιμασίας και σχεδιασμού πρόσφατων ταξιδιών, παρατήρησα ότι συνέβησαν πολλά και σημαντικά εκείνη τη χρονιά. Ξεκίνησα να τα καταγράφω. Είδα ότι μπορεί κάπως να συνδεθούν και να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης μελέτης ή κειμένου. Κάπως έτσι άρχισε όλο αυτό. Το 1979 το βλέπουμε και το ακούμε γύρω μας σήμερα. Τα ίδια γεωπολιτικά προβλήματα, τα ίδια διλήμματα, οι ίδιες περιοχές, οι ίδιες αντιλήψεις, τα ίδια λάθη. Επίσης, τότε συνέβησαν αλλαγές, μέσα από τις οποίες ζούμε σήμερα, όπως το άνοιγμα της Κίνας στον υπόλοιπο κόσμο.
Ο Ρόμπερτ βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε επαναστάσεις, πραξικοπήματα και ιστορικές ανατροπές. Τι σας γοητεύει περισσότερο: Οι ίδιες οι μεγάλες ιστορικές στιγμές ή οι άνθρωποι που τις βιώνουν;
Έχουμε μάθει να διαβάζουμε μόνο τους τίτλους και να μαθαίνουμε για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Έχουμε εκπαιδευτεί μέσα από αυτό. Να μιλάμε μόνο για τον ηγέτη, τον πολιτικό, τον στρατηγό, τον προβεβλημενο. Εγώ πιστεύω πολύ στη γνώμη ενός πιο απλού ανθρώπου, σε μια πιο αυθόρμητη συνέντευξη, μια πιο βιωματική απόδοση της πραγματικότητας ή της επικαιρότητας. Οι μικρές στιγμές, οι συμπτώσεις, οι κουβέντες, ένα φαινομενικά ασήμαντο σχόλιο ή γεγονός… αυτά είναι πιο σημαντικά!
Στο βιβλίο σας περνάμε από το Ιράν και την Αφρική μέχρι την Κίνα και την Κεντρική Αμερική. Πόσο επηρέασαν οι προσωπικές σας εμπειρίες από τα ταξίδια τη συγγραφή αυτών των τόπων και των ατμοσφαιρών;
Η επιρροή είναι μεγάλη, καθώς το ταξίδι σε μια περιοχή αποτελεί έμπνευση για να γραφεί κάτι σχετικό. Αν δεν είχα δει καθόλου κάποια μέρη, θα ήταν και πολύ δύσκολο να τα περιγράψω. Σε κάθε κεφάλαιο υπάρχουν ίχνη προσωπικής ταξιδιωτικής εμπειρίας, είτε μέσα από περιγραφές είτε μέσα από ιστορική αναδρομή σε πρόσωπα και γεγονότα που αποτέλεσαν αντικείμενο ξενάγησης σε κάποιο ταξίδι μου.
Ως άνθρωπος που έχει ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που σας δίδαξαν οι κοινωνίες και οι λαοί που γνωρίσατε;
Να μην νομίζουμε ποτέ ότι τα ξέρουμε όλα, και επίσης να μην πιστεύουμε ότι ο ελληνικός ή ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής είναι το «κέντρο του κόσμου». Ο κάθε τόπος και ο κάθε λαός έχουν να μας διδάξουν πολλά. Υπάρχει σε πολλά μέρη πανάρχαια σοφία, την οποία ποτέ δεν θα καταλάβουμε πλήρως.
Η Ισλαμική Επανάσταση αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου. Πώς προσεγγίσατε λογοτεχνικά ένα τόσο σύνθετο και ιστορικά φορτισμένο γεγονός;
Έπρεπε να ανατρέξω στις γνώσεις που έχω για το Ιράν, μια που έχω βρεθεί πέντε φορές σε αυτή τη χώρα στο παρελθόν. Βρήκα παλιές σημειώσεις, είδα πρωτοσέλιδα της εποχής εκείνης, είδα βίντεο με τις γιορτές του Σάχη. Διάβασα μερικές λεπτομέρειες για τα γεγονότα του 1979, έπρεπε κυρίως να επινοήσω τους ήρωες, τα πρόσωπα, και να δώσω στον καθένα μια πολιτική ταυτότητα. Νομίζω ότι το κύριο σημείο είναι η ήδη υπάρχουσα ταξιδιωτική εμπειρία στην περιοχή.
Έχετε σπουδάσει Νομική, Ιστορία και μουσική. Με ποιον τρόπο αυτές οι τρεις διαφορετικές διαδρομές επηρεάζουν τη γραφή και τη δομή των βιβλίων σας;
Η Νομική θεωρώ ότι παράγει δομημένη σκέψη και είναι μια καλή βάση για την οργάνωση του γραπτού λόγου. Επίσης, έχει να κάνει με τον χειρισμό και την επιλογή των λέξεων. Στην Ιστορία κυριαρχεί το στοιχείο της έρευνας και της αναζήτησης, επίσης του συσχετισμού γεγονότων. Πολλά παράλληλα συμβάντα που ίσως να έχουν ένα κοινό νήμα ή μια κοινή αφετηρία. Η μουσική είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Μπορεί να μην έχει άμεση σχέση με τη συγγραφή, όμως αποτελεί μια παρακαταθήκη εκφραστικής παιδείας, έναν τρόπο έκφρασης, αλλά και έκθεσης σε κοινό. Η μουσική καλλιεργεί ένα πιο… χρωματιστό τμήμα του μυαλού μας και αποτελεί πηγή έμπνευσης.
Στα έργα σας υπάρχει έντονο το στοιχείο του «οδοιπορικού». Είναι τελικά το ταξίδι μια μορφή αυτογνωσίας ή κυρίως ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου;
Στο ταξίδι βλέπουμε και μαθαίνουμε, κυρία Δούλη. Αλλά γνωρίζουμε και τον εαυτό μας. Αναλύουμε τις ίδιες τις αντιλήψεις μας, ανακαλύπτουμε τα όρια και τις αντοχές μας, βλέπουμε το τι μας ταιριάζει, καταλαβαίνουμε τα θέλω μας, τα γούστα μας, ζυγίζουμε τη συμπεριφορά μας. Όλα αυτά στο άθροισμά τους είναι μια μορφή αυτογνωσίας που ενεργοποιεί το κάθε ταξίδι.
Από τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και τα διηγήματα περάσατε στο μυθιστόρημα με έντονο ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο. Νιώθετε ότι αυτή η εξέλιξη ήταν αναπόφευκτη;
Θα μείνω στη λέξη «εξέλιξη». Το μυθιστόρημα από μόνο του έχει μια πιο περίπλοκη δομή, είναι γραπτό άλλης τάξης και μεγέθους, πρέπει να έχει εσωτερικές συνδέσεις στα κομμάτια του, αλλά και συνολική συνοχή. Η προηγούμενη συγγραφική εμπειρία αποτέλεσε τη βάση για να βγει και αυτό. Νομίζω ότι το κάθε βιβλίο ή το γραπτό κουβαλά μέσα του στοιχεία από τα προηγούμενα. Έτσι συμβαίνει και με το «1979». Εμπεριέχει μικρά ψήγματα ταξιδιωτικού διηγήματος, περιγραφικού ταξιδιωτικού οδηγού και μια αίσθηση πολιτικής αρθρογραφίας.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 5 Ιουνίου 2026.













































