Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να ωθεί τον άνθρωπο να στοχάζεται πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο, να τον μεταμορφώνει από τη στιγμή που θα κλείσει ένα βιβλίο.
Ο Ηρακλής Α. Σωτηράκης χρόνια τώρα κάνει ακριβώς αυτό. Αγγίζει τις καρδιές των ανθρώπων και φωτίζει το σκοτάδι της ψυχής τους. Είναι ένας τεχνίτης του λόγου, καθώς δημιουργεί χαρακτήρες καθαρούς και ταυτόχρονα πολυσύνθετους.
Δεν γράφει «υποχρεωτικά», γράφει μόνο όταν κάτι του προκαλεί εντύπωση και η έμπνευση τον οδηγεί να το «διηγηθεί» πάνω σε ένα λευκό χαρτί. Και τότε δεν υπάρχει σκέψη ούτε για επιλογή ύφους, ούτε γλώσσας, ούτε ρυθμού. Τότε απλώς γράφει ό,τι του «υπαγορεύει» η έμπνευσή του.
Η λογοτεχνία είναι ένας μαραθώνιος ψυχής, δεν απαιτεί ταχύτητα, αλλά διάρκεια, πίστη και επιμονή. Και ίσως αυτή η αντίληψη της ζωής ως διαδρομής να αποτυπώνεται και σε μια πιο κυριολεκτική εμπειρία του συγγραφέα.
Δεν είναι τυχαίο ότι διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση με την Καλαμπάκα, καθώς έχει συμμετάσχει δύο φορές ως δρομέας στον Ημιμαραθώνιο 21 χιλιομέτρων Καλαμπάκα–Τρίκαλα (το 2016 και το 2019).
Κάθε συμμετοχή υπήρξε για εκείνον μια προσωπική δοκιμασία, μια υπενθύμιση ότι η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στον χρόνο του τερματισμού, αλλά στη διαδρομή, στην εσωτερική πάλη και στην υπέρβαση.
Όπως ακριβώς και στη λογοτεχνία, έτσι και στον δρόμο των 21 χιλιομέτρων, εκείνο που μένει δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα, αλλά η εμπειρία της πορείας, η συνάντηση με τα όριά μας και η δύναμη να τα ξεπερνάμε.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» η συλλογή διηγημάτων σας με τίτλο «Τακουτάκ». Ποια ήταν η αρχική έμπνευση για τη συγγραφή της, κύριε Σωτηράκη; Πρόκειται για ένα συγγραφικό πόνημα που γεννήθηκε από προσωπικό βίωμα, κοινωνική παρατήρηση ή καθαρή μυθοπλασία;
Αρχικά να σας ευχαριστήσω, κυρία Δούλη, γι ’ αυτή τη συνέντευξη. Το «Τακουτάκ» είναι ένα ταξίδι προσωπικών βιωμάτων συνδεδεμένων με απλά ασήμαντα αντικείμενα μιας καθημερινότητας που διαπλάθει χαρακτήρες, πορείες ζωής, και αναδύει συναισθήματα μέσα από υπαρκτά γεγονότα, με τη μυθοπλασία να παρεμβαίνει καλλωπιστικά, και όχι καθοριστικά. Η αρχική έμπνευση ήταν να καταγραφούν συμπεριφορές και γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή γενεών και διαμόρφωσαν χαρακτήρες με έντονα συναισθήματα, που αργοπεθαίνουν μέσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι ιδιαίτερος και ηχητικά φορτισμένος. Τι συμβολίζει το «Τακουτάκ» και πώς συνδέεται με τον πυρήνα της αφήγησης σας;
Ο τίτλος είναι πράγματι, ηχοποιητική λέξη που χρησιμοποιείται για το ρόπτρον, εκείνο το χερουλάκι που βρισκόταν στις πόρτες των παλιών σπιτιών και έπαιζε τον ρόλο του σημερινού κουδουνιού. Τακουτάκ το λένε ακόμη σε χωριά της πατρίδας μας. Το ρόπτρο που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου είναι αυθεντικό, προερχόμενο από το Αϊβαλί της Τουρκίας, και γύρω του εξυφαίνεται η πλοκή του διηγήματος που έδωσε και το όνομά του στη συλλογή, και το οποίο συνδυάζει ιστορικά στοιχεία, πραγματικές ιστορίες και μυθοπλασία. Το τακουτάκ όμως μέσα στα διηγήματα μπορεί να είναι και ο ήχος αφύπνισης συνειδήσεων, συναισθημάτων, ερώτων, μπορεί να αναδεικνύει κοινωνικά ζητήματα, μεταναστευτικό, μοναξιά, μπορεί να είναι και ο ήχος της μοίρας.
Ποια είναι τα βασικά θεματικά ζητήματα που διαπραγματεύεστε στο έργο σας; Υπάρχει κάποιο κεντρικό μήνυμα που θέλετε να κρατήσουν οι αναγνώστες σας;
Τα διηγήματα ακουμπούν σε πραγματικά περιστατικά, γεγονότα ή αντικείμενα, σε πραγματικές ιστορίες ζωής, που έχουν να κάνουν με τη ζωή στις παραγκουπόλεις των προσφύγων, με το μπούλινγκ, τη μοναξιά, τους μετανάστες, τη σύγχρονη οικογένεια, το κισμέτ να βρίσκονται πάντα στη ζωή τους. Δεν έχω να προτείνω κεντρικό μήνυμα στους αναγνώστες του βιβλίου. Άλλωστε, κατά την άποψή μου ο συγγραφέας γράφει τις λέξεις, αλλά ο αναγνώστης είναι αυτός που τις ντύνει με νοήματα, ο αναγνώστης ερμηνεύει το κείμενο, ερήμην του συγγραφέα. Αν όμως κάτι επιθυμώ, αυτό είναι η ανάγνωση του βιβλίου μου να παράξει στον αναγνώστη συναισθήματα, που θα τον κάνουν να νοιώσει λίγο καλύτερα από όσο καλά ήταν, πριν διαβάσει το «τακουτάκ».
Αντλήσατε στοιχεία από πραγματικά πρόσωπα ή πρόκειται για σύνθετες λογοτεχνικές κατασκευές;
Μερικά διηγήματα είναι σχεδόν στο σύνολο τους πραγματικά περιστατικά χωρίς ίχνος μυθοπλασίας, όπως το «Ψέμμα», ο «Βιταλάκης», η «Βίδα». Άλλα πάλι ξεκινούν από πραγματικά γεγονότα, αλλά περιλαμβάνουν και μυθοπλαστικά στοιχεία. Γενικά όμως τα ερεθίσματα είναι όλα υπαρκτά, και οι «λογοτεχνικές κατασκευές» ελάχιστες.
Η γλώσσα και ο ρυθμός στο βιβλίο σας έχουν έντονη ιδιαιτερότητα. Πόσο συνειδητή ήταν η επιλογή του ύφους και τι ρόλο παίζει ο προφορικός λόγος στη γραφή σας;
Γενικά μου αποδίδεται το ότι «γράφω προφορικά». Δεν ξέρω, αν αυτό είναι καλό ή κακό, ούτε και αν αυτό γίνεται συνειδητά. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι δεν γράφω «υποχρεωτικά». Γράφω, μόνο όταν κάτι μου προκαλεί εντύπωση και η έμπνευση με οδηγεί να το «διηγηθώ» πάνω σε ένα λευκό χαρτί. Και τότε δεν υπάρχει σκέψη ούτε για επιλογή ύφους, ούτε γλώσσας ούτε ρυθμού. Τότε, απλά γράφω ό,τι μου «υπαγορεύει» η έμπνευση.
Υπηρετήσατε ως επίκουρος καθηγητής στο ΤΕΙ Πειραιά μέχρι το 2010. Με ποιον τρόπο επηρέασε η ακαδημαϊκή σας πορεία τη συγγραφική σας ταυτότητα;
Ως καθηγητής έπρεπε αφ’ ενός μεν να γράφω τεχνικά βιβλία και σημειώσεις που να είναι κατανοητά στους φοιτητές μου, αφ ’ ετέρου να προσπαθώ να βρω τεχνικές αφήγησης, τέτοιες που να κεντρίζουν το ενδιαφέρον τους για περαιτέρω έρευνα στο αντικείμενο. Προφανώς, η εξάσκησή μου σ’ αυτές τις τεχνικές δεν μπορεί παρά να επηρέασαν και τον τρόπο που γράφω. Ίσως γι’ αυτό και μία από τις κριτικές που ακούω πολύ συχνά είναι ότι «το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο».
Αντίστροφα, πιστεύετε ότι η αγάπη σας για τη λογοτεχνία επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίζατε τη διδασκαλία και τους φοιτητές σας;
Κυρία Δούλη, γράφω από μικρό παιδί, ποιήματα, διηγήματα, άρθρα τεχνικά βιβλία, λογοτεχνικά κείμενα. Η προσπάθειά μου να γίνονται κατανοητά αυτά που θέλω να εκφράσω, έχει περάσει σε όλα μου τα κείμενα, αλλά και στον προφορικό λόγο, όπως και στις παραδόσεις στους φοιτητές μου. Δεν γινόταν να μην επηρεάσει το ένα το άλλο. Αρκεί να σας πω ότι στην απονομή των πτυχίων στη Σχολή μας των Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, μαζί με το πτυχίο, τους δίναμε κι ένα κείμενό μου συνοδευόμενο με ποιήματα του Καβάφη, με τίτλο «Ο Καβάφης σας καλωσορίζει στον στίβο της Ζωής».
Ποια είναι η σχέση σας με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση; Υπάρχουν συγγραφείς που θεωρείτε καθοριστικούς για τη διαμόρφωση της γραφής σας;
Από πολύ μικρός πήγαινα στα πανηγύρια στις εκκλησίες της γειτονιάς μου, του Ταύρου, κι έπαιρνα από τα καροτσάκια, βιβλία, άκοπα τότε, κλασσικών συγγραφέων. Παράλληλα, διαβάζαμε τα κλασσικά εικονογραφημένα, με έργα του Ιουλίου Βερν, και αργότερα νεαροί πια, διαβάζαμε το «Ένα παιδί μετράει τα άστρα», και το «Κάποτε κυνηγούσα τους ανέμους» του Μενέλαου Λουντέμη. Τέλος, πριν το πανεπιστήμιο λατρεύαμε τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Βάρναλη, αλλά και τον Παπαδιαμάντη και τον Σουρή. Όλες αυτές οι αναγνώσεις φυσικά και διαμόρφωσαν ένα χαρακτήρα που εκφραζόταν και στη γραφή, αν όμως θα έπρεπε να πω τους πιο καθοριστικούς θα διάλεγα τον Λουντέμη, τη Διδώ Σωτηρίου και τον Καβάφη. Και φυσικά, την εξέλιξη της προσωπικής συγγραφής, με την οποία ακόμη «κυνηγάμε τους ανέμους».
Πώς βιώνετε τη συνεργασία σας με τις Εκδόσεις Κέδρος; Ποιος είναι ο ρόλος του εκδότη στη διαμόρφωση ενός βιβλίου;
Όπως ίσως γνωρίζετε, αρθρογραφώ εδώ και χρόνια σε οικονομικά sites με το ψευδώνυμο Παύλος Α. Στράνας, έχω εκδώσει παλιότερα τεχνικά βιβλία αρκετά επιτυχημένα, συνεπώς δεν είχα ανάγκη κάποιας επί πλέον δημοσιότητας. Αν δεν υπήρχε το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου οίκου, του «Κέδρου», το «Τακουτάκ» θα έμενε στα συρτάρια μου. Η σοβαρότητα όμως του οίκου, η ιστορία του, αλλά και τα αυστηρά κριτήρια επιλογής κειμένων προς έκδοση, που εξακολουθεί να τηρεί ο «Κέδρος», αυξάνουν το ειδικό βάρος του ΤΑΚΟΥΤΑΚ, και ήταν αυτό που μέτρησε για να προχωρήσουμε στην έκδοση. Φυσικά, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του βιβλίου έπαιξε το επιτελείο του «Κέδρου» και η επιμελήτριά μου, κυρία Σπανάκη, που έκανε μία καταπληκτική δουλειά. Τους ευχαριστώ όλους.
Πώς αντιδρά το αναγνωστικό κοινό στο Τακουτάκ; Υπάρχει κάποιο σχόλιο ή κριτική που σας συγκίνησε ή και σας προβλημάτισε;
Το κοινό αντιμετωπίζει πολύ θετικά το τακουτάκ. Στις δύο παρουσιάσεις που κάναμε στην Καλαμάτα και στη Νέα Σμύρνη είχαμε μεγάλη συμμετοχή και πολύ θερμές κριτικές. Αλλά και όσες κριτικές έχουν γραφεί μέχρι σήμερα είναι εγκωμιαστικές, εστιαζόμενες σε δυο-τρία πράγματα που με ικανοποίηση ακούω ότι υπάρχουν στο βιβλίο, όπως το ότι είναι ευκολοδιάβαστο, ότι βάζει τον αναγνώστη μέσα στις εικόνες που περιγράφει, ότι προκαλεί συγκίνηση και ότι διαβάζεται απνευστί. Δεν ξέρω τη λογοτεχνική του αξία με την αυστηρή έννοια του όρου, με συγκίνησε όμως υπερβολικά το μέιλ ενός αναγνώστη που μου έγραψε: «Είμαι 54 χρόνων και διαβάζω πολύ, αλλά δεν έχω διαβάσει καθόλου λογοτεχνία. Το βιβλίο σας είναι το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου και με κάνατε να κλάψω. Σας ευχαριστώ». Ειλικρινά αυτό το μέιλ το ένοιωσα σαν παράσημο αναγνώρισης, που απονεμήθηκε και στο βιβλίο αλλά και στον «Κέδρο».
Σε μια εποχή ταχύτητας και ψηφιακής επικοινωνίας, ποια πιστεύετε ότι είναι η θέση της λογοτεχνίας;
Επειδή πλέον η πληροφόρηση, αλλά και η παραπληροφόρηση, βρίσκονται παντού, και αλλοιώνουν κάθε τι, η κοινωνία μας θα χρειαστεί αργά ή γρήγορα να μετακινηθεί σε πιο ανθρώπινες συμπεριφορές. Και κατά τη γνώμη μου η βασική ανθρώπινη συμπεριφορά που μας ξεχωρίζει από κάθε τι, είναι τα συναισθήματα. Η λογοτεχνία έχει θεωρώ σημαντική θέση στη σύγχρονη κοινωνία μας, αρκεί να πάψει να αντιγράφει τα σύγχρονα μοντέλα ζωής, και να περιγράφει τις πιο σκοτεινές δράσεις του ανθρώπινου είδους. Να γίνει το κύριο εργαλείο παραγωγής συναισθημάτων, αυτό δηλαδή που δεν προσφέρουν στον άνθρωπο οι μηχανές. Ευχαριστώ για την φιλοξενία.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 6 Μαρτίου 2026.



























































