Εδώ και 29 χρόνια νιώθει τη χαρά ότι συμμετέχει και η ίδια με τον κόπο της στην εκδοτική παραγωγή της χώρας μας και κάθε νέα κυκλοφορία του έργου της είναι εξίσου σημαντική για εκείνη.
Η Ελένη Μπεντίλλα γράφει, βαδίζοντας προσεκτικά πάνω σε ένα λεπτό νήμα ανάμεσα στη σιωπή και στον λόγο. Τα βιβλία της δεν επιδιώκουν να υψώσουν τη φωνή τους, αντιθέτως μοιάζουν να ψιθυρίζουν, καλώντας τον αναγνώστη να σκύψει λίγο πιο κοντά, να ακούσει όσα δεν λέγονται εύκολα.
Σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις περισσεύουν, εκείνη αναζητά το κενό ανάμεσά τους, εκεί όπου γεννιέται το ουσιώδες.
Η γραφή της δεν βιάζεται, αλλά παρατηρεί, επιστρέφει, αμφισβητεί. Οι ήρωές της κινούνται συχνά σε εσωτερικά τοπία, εκεί όπου οι μνήμες, οι απώλειες και οι μικρές καθημερινές ρωγμές αποκτούν βαρύτητα σχεδόν υπαρξιακή.
Δεν την ενδιαφέρει η εύκολη πλοκή, αλλά η εσωτερική αλήθεια, γι’ αυτό και δεν εστιάζει στο εντυπωσιακό, αλλά σ’ αυτό που αντέχει στον χρόνο.
Όλα αυτά τα χρόνια στο λογοτεχνικό στερέωμα έχει μάθει να αφουγκράζεται όχι μόνο τις σκέψεις της, αλλά και τις σιωπές, οι οποίες μπορεί να επιμένουν μέσα στο κείμενο, και αφορούν στη μοναξιά και την ευθύνη του συγγραφέα, αλλά και στην ανάγκη να παραμένει κανείς ανοιχτός απέναντι στο εύθραυστο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Συμπάσχει με τους ήρωές της, χαίρεται και συγκινείται μαζί τους, αφού όλες οι στενοχώριες και οι χαρές τους βρίσκουν αντίκρισμα και σε προσωπικά της βιώματα. Αυτό που πάντως επιδιώκει η κ. Μπεντίλλα δεν είναι οι απαντήσεις αλλά η προσεκτική ανάγνωση.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από την «Άνεμος Εκδοτική» το βιβλίο σας με τίτλο: «Δυο καφέδες μέτριοι». Πώς αισθανθήκατε κυρία Μπεντίλλα, όταν το είδατε να κοσμεί τις προθήκες των βιβλιοπωλείων;
Αυτήν τη χαρά, ότι συμμετέχω κι εγώ με τον κόπο μου στην αγορά των βιβλίων, την έχω δοκιμάσει πολλές φορές από το 1997 και μετά. Βέβαια, κάθε μια νέα κυκλοφορία έργου μου είναι εξίσου σημαντική για μένα.
Πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου και τι σημαίνει για εσάς; Γιατί επιλέξατε τον καφέ ως σημείο αναφοράς της ιστορίας σας;
Οι τίτλοι μου βγαίνουν από την δράση στην ιστορία, που γράφω κάθε φορά. Η παραγγελία στον σερβιτόρο, που σηματοδοτεί για τις ζωές των ηρωίδων μια νέα αρχή, έγινε και ο τίτλος μου. Ο καφές είναι το πλέον εύκολο και ευχάριστο πρόσχημα για όλους μας, όταν θέλουμε να μιλήσουμε μεταξύ μας.
Γιατί βάλατε ως υπότιτλό το «Ικι ορτά», που σημαίνει «δυο μέτριοι» στα τούρκικα;
Για την πιστότητα της παραγγελίας, καθώς η σκηνή διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη και ο σερβιτόρος μιλάει τουρκικά. Δίνεται έτσι στον αναγνώστη μια σαφής ιδέα για το σκηνικό της ιστορίας που θα διαβάσει. Όλοι οι τίτλοι μου είναι συγκεκριμένοι, ποτέ δεν έχουν στοιχεία αλληγορικά ή συμβολισμούς.
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται για να συναντηθούν και η ζωή υφαίνει περίεργα σενάρια γύρω απ’ αυτούς. Τι ήταν αυτό που έφερε η ζωή στις ηρωίδες σας;
Η ζωή, σαν να λέμε η τύχη ή η μοίρα, ευθύνεται μόνο για τις συνθήκες της γέννησής μας. Ο τόπος, ο τρόπος, οι γονείς, η περιουσία, η υγεία. Η γειτονιά έτυχε να είναι κοινή και έτσι πήγανε στο ίδιο σχολείο και έτυχε να ερωτευτούν το ίδιο αγόρι από τη γειτονιά και το σχολείο. Από εκεί και ύστερα η δύναμη που έχει ο καθένας χωριστά μέσα του, η οπτική του γωνία και η αντίληψη των πραγμάτων χαράζει τον δρόμο που θα διαλέξει. Η ζωή δεν γράφει εντελώς μόνη τα σενάρια. Το να πιστεύεις σε θαύματα ή σε κατάρες και πεπρωμένα μαρτυρεί μια κάποια δειλία ως προς τη θέληση για αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών.
Θοδώρα και Χρύσα. Δυο παιδικές φίλες, δυο αντίζηλες που συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια τυχαία και προσπαθούν να πιάσουν το νήμα από την αρχή. Πώς καταφέρατε να φέρετε κοντά δυο γυναίκες από διαφορετικούς κόσμους και με εντελώς διαφορετικά βιώματα;
Εκείνες τα κατάφεραν από μόνες τους, κυρία Δούλη. Θέλω να πω ότι οι ιστορίες μου πάντοτε ξεκινούν από την ανάγκη μου να πλάσω χαρακτήρες, ώστε να παίξουν το ρόλο τους σε μια υποθετική σχέση που θα αναπτύξουν μεταξύ τους. Εάν καταλήξω στο είδος των χαρακτήρων, τότε διαλέγω και την ιστορία που ταιριάζει να πω και αφήνω τους ήρωες κεφάλαιο με κεφάλαιο να οδηγήσουν μόνοι τα βήματά τους. Ένα θεατρικό παιγνίδι ζω γράφοντας, που με διασκεδάζει πολύ.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να αποδώσετε τις εσωτερικές σκέψεις και τα συναισθήματα των χάρτινων ηρώων σας και ποιο ρόλο παίζει η σιωπή και όσα δεν λέγονται στο βιβλίο σας, κυρία Μπεντίλλα;
Δυσκολεύομαι να βρω τη σιωπή μέσα σε τόσες χιλιάδες λέξεις, που συγκροτούν ένα μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει γραπτή ιστορία, αν δεν υπάρχουν λέξεις. Η σιωπή είναι μια λέξη που θα γραφτεί επίσης. Ή θα υπονοηθεί με την περιγραφή των σκηνικών. Η σιωπή υπάρχει και μέσα στον αναγνώστη. Ο αναγνώστης των δικών μου ιστοριών νομίζω ότι συμμετέχει ενεργητικά στα δρώμενα και δεν είναι παθητικός δέκτης. Οι λέξεις, όπως και η σιωπή του, γίνονται δικό του απόκτημα.
Υπήρχαν σημεία στην ιστορία που σας προβλημάτισαν ως συγγραφέα και σας φόρτισαν συγκινησιακά;
Είναι φυσιολογικό, εφόσον ζω το παιγνίδι των ηρώων μου όσο διαρκεί η συγγραφή του μυθιστορήματος για να συμπάσχω μαζί τους, να χαίρομαι και να συγκινούμαι. Αφού όλες οι στενοχώριες ή οι χαρές τους βρίσκουν αντίκρισμα και σε προσωπικά μου βιώματα. Πιστεύω το ίδιο να συμβαίνει και με τους αναγνώστες.
Επηρεάστηκαν οι ζωές των δύο γυναικών και οι σκέψεις τους μετά από αυτή την εξομολόγηση;
Φυσικά και υπήρξε αλλαγή στη ζωή τους, κυρία Δούλη. Και αυτό είναι που εξιστορεί το βιβλίο. Η Χρύσα και η Θεοδώρα πέρασαν «απέναντι» δηλαδή, σαν αθλήτριες αντοχής γκρέμισαν σιγά-σιγά προκαταλήψεις που είχαν εδραιωθεί μέσα τους, επειδή ποτέ δεν είχαν κατανοήσει βαθιά τα προβλήματα που τις χώριζαν.
Πολλοί οι δευτεραγωνιστές σας, ο καθένας από τους οποίους παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Ποιον ή ποια θα ξεχωρίζατε;
Μμμ… τον Αλί ίσως. Μου έγινε πολύ συμπαθής.
Σε ποιον βαθμό οι ήρωές σας βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα;
Δεν βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα σαν αυτόνομες οντότητες. Συγκεντρώνουν στοιχεία από πολλούς που έχω γνωρίσει κατά καιρούς. Κομμάτια ενός παζλ, σα να λέμε.
Αγάπη και μίσος είναι δυο πολύ δυνατά συναισθήματα. Ποιο είναι εκείνο που επικράτησε, τελικά, στην ψυχή της Θοδώρας και της Χρύσας;
Η αλληλοκατανόηση, σαν αποτέλεσμα της αλληλοεπίδρασης. Η αγάπη είναι πάντοτε μέσα μας, δεν φεύγει. Ανάγκη για την επιβίωση.
Το θέλω και το πρέπει πάντα βρίσκονται απέναντι το ένα από το άλλο και ποτέ δε συναντιούνται. Πόσο ταλαιπώρησαν τις πρωταγωνίστριες σας και ποιο νίκησε τελικά;
Δεν υπάρχουν στεγανά και απολυτότητες, νομίζω. Το θέλω πηγάζει στην ψυχή και το πρέπει στη λογική. Δεν μπορούμε να πορευθούμε χωρίς και τα δυο μαζί. Έτσι συμβαίνει με τις ηρωίδες, που και τα θέλω και τα πρέπει τις έχουν βασανίσει. Δεν γίνεται θέμα ποιο νικάει…
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 23 Ιανουαρίου 2026.












































