Η Πόλυ Σιγανού πιστεύει ότι όταν γράφεις, το μολύβι τρέχει επάνω στο χαρτί και σε οδηγεί σε μονοπάτια που πολλές φορές δεν είχες σχεδιάσει. Αναζητά τον μύθο μέσα στην πραγματικότητα και μας θυμίζει ότι κανείς δεν μπορεί να ορίσει με βεβαιότητα πού τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει ο μύθος και ίσως αυτή να είναι τελικά και η μεγαλύτερη γοητεία της λογοτεχνίας, η δύναμη που κρατά ζωντανή τη φαντασία και την ανθρώπινη ευαισθησία.
Η γραφή της μαγεύει τον αναγνώστη και τον ταξιδεύει σε κόσμους όπου οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στη φαντασία και την καθημερινή εμπειρία, αναζητώντας τη λύτρωση, τη μετάνοια και την εσωτερική ισορροπία. Μέσα από τις ιστορίες της αναδεικνύονται βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα, συγκρούσεις και επιλογές που καθορίζουν την πορεία της ζωής, ενώ ο αναγνώστης καλείται να στοχαστεί πάνω στις αξίες, τα όρια και τις αντοχές της ανθρώπινης ψυχής. Το τελευταίο της βιβλίο χαρακτηρίζεται από πλούσια, ποιητική και βαθιά συμβολική γλώσσα, που αποδεικνύει τη λογοτεχνική της ωριμότητα και τη σταθερή της πορεία στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας.
Για την ίδια, η λογοτεχνία αποτελεί μια σπουδαία μορφή έκφρασης και ένα μέσο προστασίας της ελληνικής γλώσσας, την οποία θεωρεί πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά. Πιστεύει ότι οι λέξεις έχουν δύναμη, ιστορία και ευθύνη, και ότι η σωστή χρήση τους συμβάλλει όχι μόνο στη διατήρηση της γλωσσικής μας ταυτότητας, αλλά και στη διαμόρφωση μιας πιο συνειδητής και ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από την Άνεμος Εκδοτική το μυθιστόρημά σας με τίτλο «ΑΝΤΙΓΟΝΗ – Σκόρπιες εικόνες». Είναι γνωστό ότι κάθε βιβλίο κρύβει μια αφετηρία. Ποια ήταν η εσωτερική ή εξωτερική σας ανάγκη που γέννησε αυτό το έργο, κυρία Σιγανού;
Η μυθοπλασία πάντοτε έχει μια αφετηρία που μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια εικόνα, ακόμη και μία λέξη. Για μένα αφετηρία υπήρξε η εικόνα μιας γυναίκας που ξεχώρισε ανάμεσα στις σκόρπιες εικόνες που βρίσκονταν μπροστά μου.
Πώς προέκυψε η ιδέα της ιστορίας και πόσο χρόνο χρειαστήκατε για να την ολοκληρώσετε;
Η ιδέα γι’ αυτό το μυθιστόρημα προέκυψε πολλά χρόνια πίσω. Χρειάστηκε πολύς κόπος, χρόνος και πόνος για να ολοκληρωθεί μέσα μου. Η τελική μορφή του μου πήρε περίπου έναν χρόνο.
Οι ήρωές σας μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα στο ορατό και το ανείπωτο. Πόσο κοντά βρίσκονται στη δική σας αλήθεια;
Οι ήρωές μου «τσαλαβουτάνε» συνέχεια μες στην αχλύ του μύθου, αλλά και στη δροσιά μιας πραγματικότητας.
Από πού αντλείτε την έμπνευση για τις ιστορίες και τους χαρακτήρες σας; Σε ποιον βαθμό επηρεάζονται από προσωπικά σας βιώματα;
Μα φυσικά από τη ζωή. Η ζωή είναι ένα ταμπλό βιβάν, ένα ζωντανό ταμπλό, ένας καμβάς. Αν θέλεις ν’ αφεθείς, σε καλοδέχεται. Κι εσύ βυθίζεσαι μέσα της και ρουφάς αχόρταγα ό,τι σου δίνει.
Υπήρξε κάποια στιγμή στη συγγραφική διαδικασία, που η ιστορία σάς οδήγησε σε απρόσμενα μονοπάτια;
Όχι, ποτέ, κυρία Δούλη. Ο δρόμος της Αντιγόνης ήταν χαραγμένος μέσα μου, ξεκάθαρος.
Ποιος χαρακτήρας σάς αντιστάθηκε περισσότερο και τι σας δίδαξε αυτή η αντίσταση;
Ο Ντίνος, διότι ήθελα να είμαι απέναντί του σωστή και τίμια. Εκείνο που με δίδαξε είναι ότι το καθετί που συμβαίνει μες στη ζωή έχει και μια αιτία.
Πώς θα περιγράφατε τον ρυθμό και τη μουσικότητα της γραφής σ’ αυτό το βιβλίο;
Θα έλεγα στην αρχή σαν ένα κονσέρτο, που κυριαρχεί με πολύ έντονο ρυθμό, και πολύ αργότερα σαν μια συμφωνία. Εμένα όμως μου μοιάζει και με τη θάλασσα. Με τις απροσδόκητες, τις απρόσμενες εναλλαγές της.
Πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η μυθοπλασία μέσα στην ιστορία σας;
Η αλήθεια είναι πως, όταν γράφεις, το μολύβι τρέχει επάνω στο χαρτί. Εσύ προσπαθείς να του δώσεις μια κατεύθυνση κι εκείνο δείχνει να θέλει να πάει αλλού. Γλιστράει μόνο του μες στον βυθό και αναζητά τον μύθο. Γι αυτό, κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να σου πει: εδώ σταματά η αλήθεια κι αρχίζει ο μύθος. Κι αυτή εξάλλου είναι η γοητεία του κειμένου.
Σε μια εποχή ταχύτητας και αποσπασματικής ανάγνωσης τι ζητάτε από τον αναγνώστη σας;
Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να είναι ήρεμος, όταν πάρει στα χέρια του την «Αντιγόνη» μου. Τα βιβλία μοιάζουν με τα ποτάμια. Σε παρασύρουν με τη ροή τους. Πρέπει να αφεθείς. Να μάθεις να αναζητάς το τέλος, την όχθη που θα ακουμπήσεις και θα ονειρευτείς. Να νιώσεις πως είσαι κι εσύ κάποιος από τους πρωταγωνιστές, πως έζησες μέσα σ’ αυτή την ιστορία…
Πώς βιώσατε τη συνεργασία σας με την «ΑΝΕΜΟΣ» Εκδοτική σ’ αυτό το εκδοτικό ταξίδι.
Μια πρόταση τα λέει όλα: Με συνεπήρε ο ΑΝΕΜΟΣ και μ’ έριξε στην αγκαλιά του. Η μόνη λέξη που μπορώ να πω είναι: «υπέροχοι». Όλοι ήταν υπέροχοι. Διότι, ξέρετε, τα πάντα σ’ αυτή τη ζωή είναι οι άνθρωποι και όχι οι λέξεις ή οι ταμπέλες.
Αν έπρεπε να συμπυκνώσετε την «καρδιά» του βιβλίου σας σε μία φράση, ποια θα ήταν αυτή;
«Ακόμα και τούτη τη στιγμή, η Αντιγόνη απορεί με τα όσα έχει αντέξει. Το τζάμι της ζωής της πόσες φορές το είδε να ραγίζει, να σπάει, να κομματιάζεται σε χίλια κομμάτια. Κουράστηκε πια τόσα χρόνια να τα μαζεύει, να τα ενώνει…»
Υπάρχει μια εικόνα, μια φράση, ένα συναίσθημα που θα θέλατε να παραμείνει στον αναγνώστη αφού κλείσει το βιβλίο;
Θα ήθελα να αγαπήσουν την «Αντιγόνη», διότι κι εκείνη το μόνο που θα ήθελε στη ζωή της ήταν ΑΓΑΠΗ. Κι αν μπορούσε να μας μιλήσει θα έλεγε: «Αγαπήστε, για να αγαπηθείτε. Διότι η αγάπη κάνει πάντα το πρώτο βήμα».
Είναι για εσάς η γραφή ένας τρόπος διαφυγής από την καθημερινότητα; Πώς σας βοηθά να εκφράζεστε και να αποφορτίζεστε;
Την καθημερινότητά μου τη γεμίζουν τα πράγματα που μου αρέσουν και οι άνθρωποι που αγαπώ. Οπωσδήποτε όμως -και πρέπει να το ομολογήσω- η γραφή για μένα είναι το λουλούδι μου. Μου αρέσει να το μυρίζω, με αναζωογονεί και κάνει την ψυχή μου πιο ανάλαφρη. Και τότε πετάει. Ευτυχισμένη!
Ποιες προκλήσεις έχετε αντιμετωπίσει στην πορεία σας ως συγγραφέας και πώς αυτές διαμόρφωσαν το έργο σας;
Οι προκλήσεις στη ζωή μας δεν λείπουν. Έχω αντιμετωπίσει αρκετές, όμως μου αρέσει. Η πρόκληση είναι κάτι αναζωογονητικό. Είναι σαν να μου λένε συνέχεια: «Μη σταματάς». Δεν είναι ωραίο;
Φισικά! Πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο της λογοτεχνίας στη σύγχρονη κοινωνία και τι μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;
Η λογοτεχνία, ή αλλιώς η τέχνη του λόγου, είναι πολύ σπουδαίο πράγμα. Κι εμείς ως Έλληνες πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, καθώς έχουμε ίσως την πιο ωραία γλώσσα και οφείλουμε να την προστατεύουμε. Η λογοτεχνία λοιπόν θα έλεγα πως είναι ένα σωσίβιο σε αυτόν τον ωκεανό της κακοποίησης και του βιασμού που υφίσταται η γλώσσα μας.
Μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου, νιώθετε ότι έκλεισε ένας κύκλος ή ότι άνοιξε ένας νέος;
Πάντα όταν τελειώνει κάτι, εκεί, στην απέναντι γωνιά, κάτι καινούργιο παραμονεύει. Κλείνει ένας κύκλος, αλλά συγχρόνως οι ρόδες δεν σε αφήνουν, σε παρασύρουν. Μαζί με τη γεύση του τέλους ξυπνά και η επιθυμία για το καινούργιο… Διότι έτσι είναι η ζωή. Πηγαίνει εμπρός… Σας ευχαριστώ πολύ και μέσα απ’ την καρδιά μου για την ευκαιρία που μου δώσατε να πω δυο λόγια για την «Αντιγόνη» μου.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 3 Απριλίου 2026.











































