Η γραφή της είναι αβίαστη, καθηλωτική και ταυτόχρονα παραστατική, ντυμένη με εικόνες και γλαφυρές προτάσεις που ξυπνούν αισθήματα, τα οποία εστιάζουν κατευθείαν στην ψυχολογία των ηρώων της.
Η Μυρτώ Σταυροπούλου καταφέρνει –αν και πρωτοεμφανιζόμενη στον χώρο της λογοτεχνίας– να δίνει ζωή και φως σε κάθε λέξη, σε κάθε σελίδα.
Ξεκίνησε να γράφει μέσα στην καραντίνα, την περίοδο του κορωνοϊού. Την πένα της «όπλισε» η ανάγκη της να εκφραστεί δημιουργικά σε μια περίοδο που η εξωστρέφεια είχε περιοριστεί και σε μια προσπάθεια να μην χάσει την ενέργειά της.
Πιστεύει ότι καθετί έρχεται αφότου ωριμάσει και είναι έτοιμο να αποτυπωθεί και ότι, όταν η εσωτερική ανάγκη φέρει αυτό που είναι για να γραφτεί, θα συμβεί.
Έχει σπουδάσει στη Νομική Σχολή Αθηνών και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης. Μοιράζεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τομείς, που στην προσωπικότητά της όμως λειτουργούν συμπληρωματικά.
Η Τέχνη για εκείνη γίνεται ένα μέσο αναγνώρισης και βαθύτερης ενόρασης, ενώ η συγγραφή είναι τα πάντα, μια που την απελευθερώνει από τους αυστηρούς κανόνες τής Νομικής και εκφράζει το συναισθηματικό κομμάτι της, αγγίζοντας βαθύτερες εσωτερικές χορδές της.
Τη χαρακτηρίζει ως ανασκαφή, διότι «γράφοντας σκαλίζεις μνήμες, ιστορίες του παρελθόντος, αισθήσεις», αλλά και ως πράξη «ανοικοδόμησης», διότι συλλέγοντας όλα τα στοιχεία από την «ανασκαφή» του παρελθόντος» αναπλάθεις το ανθρώπινο πρόσωπο, έτσι ώστε να διατηρείται το αποτύπωμά του μέσα στον χρόνο…
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» το πρώτο σας λογοτεχνικό πόνημα με τίτλο «Στα νύχια άμμος». Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα που σας ώθησε να ξεκινήσετε να γράψετε τη νουβέλα σας, κυρία Σταυροπούλου;
Ξεκίνησα να γράφω μέσα στην καραντίνα, την περίοδο του κορωνοϊού. Ήταν η ανάγκη μου για δημιουργική έκφραση σε μια περίοδο που η εξωστρέφεια είχε περιοριστεί.
Ο τίτλος είναι πρωτότυπος. Τι σας έκανε να τον επιλέξετε;
Τον διάλεξα, διότι με έναν τρόπο συμπυκνώνει ολόκληρη τη διαδρομή αναζήτησης, που διαγράφεται από τους ήρωες του βιβλίου. Είναι τίτλος που δημιουργεί αμέσως εικόνα στο μυαλό εκείνου που τον αντικρύζει και μπορεί να πετύχει μια πρώτη σύνδεση με τον κόσμο τού έργου. Μπαίνει το πρώτο λιθαράκι για να αρχίσει να εκτυλίσσεται η ιστορία. Μετά την ανάγνωση του βιβλίου ο τίτλος αποκτά άλλη δυναμική.
Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας μια σκηνή που σας συγκίνησε ιδιαίτερα, όταν γράφατε το βιβλίο σας, χωρίς να προδώσετε κάτι από την ιστορία;
Η σκηνή, στην οποία η Ασημίνα, τρώγοντας ξηρούς καρπούς παίζει ένα ιδιότυπο παιχνίδι – τελετουργικό μνήμης για τον πεθαμένο σύζυγό της…
Τι είναι αυτό που σας ελκύει στον κόσμο της συγγραφής; Είναι η δημιουργία νέων κόσμων, η ελευθερία της έκφρασης ή κάτι άλλο;
Γράφοντας, κυρία Δούλη, μπορεί κάποιος να πλάθει σύμπαντα χωρίς περιορισμούς.
Υπάρχει σε εσάς ο φόβος τής λεγομένης λευκής σελίδας, και αν ναι, πώς τον αντιμετωπίζετε;
Καθετί έρχεται αφότου ωριμάσει και είναι έτοιμο να αποτυπωθεί. Δεν με έχει απασχολήσει μέχρι στιγμής ο φόβος αυτός. Όταν η εσωτερική ανάγκη φέρει αυτό που είναι για να γραφτεί, θα συμβεί. Οτιδήποτε άλλωστε μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης, από ένα τσόφλι ξηρού καρπού μέχρι μια σπουδαία ιδέα ή έναν μεγάλο έρωτα.
Στην πρώτη σας αυτή συγγραφική απόπειρα, κυρία Σταυροπούλου, σας προβληματίζει η κριτική;
Η κριτική είναι ευπρόσδεκτη, και σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν είναι αρνητική, σημαίνει ότι ένα έργο δεν πέρασε απαρατήρητο. Είναι ωραίο να έρχεται ένας συγγραφέας σε επαφή με το τι εισέπραξε το αναγνωστικό κοινό, είτε πρόκειται για ειδήμονες είτε όχι.
Όταν δημιουργείτε τους χαρακτήρες σας, βασίζεστε σε ανθρώπους που γνωρίζετε ή τους δημιουργείτε από το μηδέν;
Οι χαρακτήρες είναι ένα μίγμα ανθρωπίνων γνωρισμάτων, κυρία Δούλη. Μπορεί να συνδυάζουν στοιχεία ενός ανθρώπου που γνωρίζω και άλλων που επινοώ, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει ταύτιση ενός ήρωα με ένα αληθινό πρόσωπο. Το ενδιαφέρον είναι να πλάθει κανείς πρόσωπα, που αν και δεν υπάρχουν είναι τόσο πειστικά σαν αληθινά.
Έχετε σπουδάσει στη Νομική Σχολή Αθηνών και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πεδία γνώσης και δράσης. Πώς τα συνδυάζετε;
Είναι πράγματι δύο διαφορετικοί τομείς, που στην προσωπικότητά μου λειτουργούν συμπληρωματικά. Η νομική καλύπτει το κομμάτι του ορθολογικού εαυτού μου, ενώ η τέχνη, το θέατρο, με απελευθερώνει από τους αυστηρούς κανόνες και εκφράζει το συναισθηματικό κομμάτι μου, αγγίζοντας βαθύτερες εσωτερικές χορδές μου. Το ένα υπόβαθρο πάντα με βοηθά, όταν κινούμαι στους χώρους του άλλου τομέα∙ είναι πάντα προτέρημα να είσαι και δικηγόρος στον χώρο του θεάτρου, αλλά και ηθοποιός στον χώρο των νομικών.
Η συγγραφή πώς προέκυψε στη ζωή σας;
Από μικρή έγραφα, όμως η πρώτη συστηματική επαφή με τη γραφή ξεκίνησε, όπως προανέφερα, στην περίοδο του κορωνοϊού, σε μια προσπάθεια να μην χάσω τη δημιουργικότητά μου. Βρήκα στη γραφή έναν τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης, που μπορούσε να ξεδιπλωθεί μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, διευρύνοντας με έναν μαγικό τρόπο τη φυσική διάσταση του εσωτερικού χώρου. Εκεί, η μοναξιά δεν είχε πια χώρο και λόγο ύπαρξης.
Πιστεύετε ότι η συγγραφή είναι πράξη ανασκαφής ή μήπως τελικά πράξη «ανοικοδόμησης» του ανθρώπινου προσώπου μέσα στον χρόνο;
Η συγγραφή είναι τα πάντα. Είναι και ανασκαφή, διότι σκαλίζεις μνήμες, ιστορίες τού παρελθόντος και αισθήσεις, αλλά και πράξη «ανοικοδόμησης», όπως το είπατε, διότι, συλλέγοντας όλα τα στοιχεία από την «ανασκαφή» του παρελθόντος», αναπλάθεις το ανθρώπινο πρόσωπο, έτσι ώστε να διατηρείται το αποτύπωμά του μέσα στον χρόνο.
Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Σκέφτεστε να περάσετε σε μια μεγαλύτερη συγγραφική φόρμα;
Η μικρότερη φόρμα, όπως η νουβέλα, θα έλεγα ότι με ελκύει ιδιαίτερα. Ίσως, σκέφτομαι, ταιριάζει στην προσωπικότητά μου… Θεωρώ ότι η συμπύκνωση σε μια μικρότερη έκταση μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη δυναμική στο έργο, να εστιάζει στα καίρια σημεία τής ιστορίας, επιτρέποντας παράλληλα στον αναγνώστη να φανταστεί ό,τι ενδεχομένως λείπει. Φυσικά, δεν αποκλείεται να στραφώ στη συγγραφή μυθιστορήματος, όταν νιώσω ότι η ιστορία μου απαιτεί μια πιο εκτενή φόρμα. Προς το παρόν ασχολούμαι με τη συγγραφή τού πρώτου μου θεατρικού έργου, με στόχο να μεταφερθεί, κάποια στιγμή, στη σκηνή.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 14 Νοεμβρίου 2025.







































































