Η εορτή των αγίων αποστόλων φέρνει στο νου μας πολλά σημεία της χριστιανικής κοινότητας, όπως αυτή ξεκίνησε να αναπτύσσεται εντός του ιουδαϊκού περιβάλλοντος. Ένα από αυτά είναι το ζήτημα της πίστης και του μωσαϊκού νόμου, ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε στις επιστολές που έγραψε ο απόστολος Παύλος.
Σταθμός στην ιστορία της Εκκλησίας, όσον αφορά την εκκλησιολογία αλλά και την χριστιανική διδασκαλία, αποτέλεσε η σύγκληση της Αποστολικής Συνόδου (49) στα Ιεροσόλυμα. Ήταν η περίοδος κατά την οποία μέσα στους κόλπους της πρώτης χριστιανικής κοινότητας ανέκυψε ένα σοβαρό ζήτημα.
Πώς θα δέχονταν στην χριστιανική πίστη τους εθνικούς; Έπρεπε να περιτέμνονται; Έπρεπε να ισχύουν οι μωσαϊκές διατάξεις; Παρά το γεγονός ότι στην Σύνοδο των Ιεροσολύμων υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των αποστόλων, ομοθυμαδόν οι απόστολοι αποφάσισαν, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, πως όσοι εθνικοί επιστρέφουν στον Θεό έπρεπε να απέχουν από τον μολυσμό των ειδώλων, από την πορνεία, από ό,τι έχει στραγγαλισθεί και από το αίμα.
Τα παραπάνω σαφώς καταδεικνύουν το άνοιγμα του ευαγγελικού μηνύματος στα έθνη, με μόνη προϋπόθεση την πίστη στον Θεό και, φυσικά, την έκφραση της πίστης αυτής χωρίς το βάρος της νομικής αντίληψης της σωτηρίας. Εξάλλου, ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή σημειώνει: ‘’Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται με την πίστη χωρίς τα έργα του νόμου’’ (Ρωμ. 3,28). Αυτό, βέβαια, δεν καταργεί τον νόμο αλλά τον ανορθώνει (Ρωμ. 3, 31). Ο νόμος δεν αντικαθιστά την πίστη και τα έργα διά της πίστεως. Δεν είναι το ζητούμενο ο νόμος. Ζητούμενο είναι η σωτηρία. Ο νόμος λειτουργούσε ως παιδαγωγός έως ότου έρθει ο Χριστός και δικαιωθεί ο άνθρωπος διά της πίστεως (Γαλ. 3,24). Ο Παύλος, γράφοντας την επιστολή του προς τους Εβραίους, αναφερόμενος στην κατάργηση της αμαρτίας με την θυσία του Χριστού, θυσία που παραμέρισε τις μωσαϊκές θυσίες, αναφέρει πως ο νόμος έχει μόνο σκιά των μελλοντικών αγαθών και όχι αυτή την εικόνα της πραγματικότητας (Εβρ. 10,1).
Η Αποστολική Σύνοδος προκάλεσε βαθύτατο πλήγμα στην νομική αντίληψη της σωτηρίας και ανέδειξε την αληθινή πίστη. Δεν χτύπησε τον νόμο, χτύπησε τον νομικισμό. Η περιτομή έπαψε να αποτελεί πιστοποιητικό ήθους. Η Σύνοδος αυτή δεν αποτελεί μόνο σημείο αναφοράς για την εκκλησιολογία, αλλά και για την υπαρξιακή τοποθέτηση του ανθρώπου. Γράφει, χαρακτηριστικά, ο Κωνσταντίνος Σκουτέρης πως ‘’η κριτική στάση του Παύλου έναντι του Νόμου είναι, κατά βάση, τοποθέτηση υπαρξιακή’’. Πράγματι, ο απόστολος Παύλος είχε εμποτιστεί με την νομική αντίληψη περί πίστεως, πριν την μεταστροφή του στον χριστιανισμό, και ο ίδιος εμφορούταν της ιουδαϊκής νομικής νοοτροπίας. Αυτές υπήρξαν οι καταβολές του. Με την μεταστροφή του, όμως, αντιλήφθηκε, περισσότερο βίωσε την σωτηρία του ανθρώπου διά της πίστεως στον Χριστό. Ο νόμος δεν παραγκώνιζε τον Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάνω από τον νόμο. Μάλιστα, η αγάπη προς τον πλησίον είναι η εκπλήρωση του νόμου (Ρωμ. 13, 10).
Δυστυχώς, στις μέρες μας διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο (Ματθ. 23, 24-25). Έχουμε υιοθετήσει μία αντίληψη νομικισμού, όσον αφορά την σωτηρία του ανθρώπου, παραγκωνίζοντας το πνεύμα του νόμου και υποδουλώνοντας την ανθρώπινη ύπαρξη στο γράμμα του νόμου. Αυτή την αντίληψη, η οποία λειτουργεί και ως ιδεοληψία, την έχουμε περάσει στην πίστη μας, αντιλαμβανόμενοι τον χριστιανισμό ως θρησκεία και όχι ως πίστη διά της αποκαλύψεως. Παράλληλα, φορτώνουμε με δυσβάσταχτα φορτία τους συνανθρώπους μας, κρίνοντας τους για όσα πράττουν και για όσα δεν πράττουν. Χωρίς να είμαστε αυστηροί και δίκαιοι με τον εαυτό μας, γινόμαστε αυστηροί και άδικοι με τους άλλους, μετρώντας την πίστη τους με το μέτρο. Έκανες αυτά; Θα λάβεις τόσα. Δεν έκανες αυτά που έπρεπε; Θα λάβεις μόνο εκείνα.
Ποδοπατούμε χαρακτήρες, καημούς, πόθους, αγωνίες των συνανθρώπων μας και τους τσουβαλιάζουμε όλους στα καζάνια της κόλασης, μιλώντας για ζυγαριές, τιμωρίες και άλλα χίλια δυο που δεν συνάδουν με το φιλάνθρωπο ήθος της ορθόδοξης ζωής και πνευματικότητας. Ο νόμος λέει αυτό, ο νόμος λέει εκείνο, λέμε στους συνανθρώπους μας, κουνώντας τους το δάχτυλο. Την ίδια στιγμή φαινόμαστε δίκαιοι στους ανθρώπους, αλλά μέσα είμαστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία (Ματθ. 23,28). Ασβεστωμένοι τάφοι που μέσα είναι γεμάτοι από κόκκαλα νεκρών και ακαθαρσίες (Ματθ. 23,27). Κλείνουμε την Βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους, στραγγαλίζοντας υπαρξιακά τα πρόσωπά τους, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτό την πιο χυδαία αφαίμαξη που θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε στις συνειδήσεις τους.
Οι απόστολοι με την συμβολή τους στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων, δεν εξέφρασαν μόνο την συνοδικότητα που διέπει την Εκκλησία του Χριστού, αλλά έθεσαν τις υγιείς βάσεις για την αντίληψη του ζητήματος της σωτηρίας, ώστε ο εθνικός (ειδωλολάτρης) και ο κάθε άνθρωπος να συνειδητοποιήσει πως ο Χριστός ενανθρώπισε και αναστήθηκε για όλους τους ανθρώπους και πως θέλει όλοι να σωθούν και να γνωρίσουν την αλήθεια (Α’ Τιμ. 2,4). Αυτό, οι απόστολοι το πίστεψαν, το τίμησαν και το διέδωσαν στα πέρατα της οικουμένης. Ανοίγοντας τον λόγο του ευαγγελίου σε κάθε γωνιά της γης, πέρα από διακρίσεις, διαχωρισμούς και τετελεσμένα.
Πρωτοπρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (θεολόγος, βαλκανιολόγος)
Εφημέριος Διάβας Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων





























































