Όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει, ότι η ιστορία συνέχιζε να υπάρχει μέσα της ακόμη κι όταν δεν έγραφε, και ότι οι χαρακτήρες, οι σκέψεις και τα συναισθήματα την ακολουθούσαν επίμονα, τότε συνειδητοποίησε ότι η γραφή δεν είναι απλώς μια επιλογή για εκείνη, αλλά ένας τρόπος να εκφράζεται και να υπάρχει.
Η Ευαγγελία Παλαιολόγου πιστεύει ότι, όταν γράφεις, δεν δημιουργείς μόνο ιστορίες, αλλά αγγίζεις ζωές, έστω και μέσα από τη φαντασία, καθώς η λογοτεχνία έρχεται να δώσει χώρο στο συναίσθημα και στην ελευθερία της έκφρασης.
Η στιγμή που ξεκίνησε να γράφει το τελευταίο της βιβλίο δεν ήταν για εκείνη μόνο μια «στιγμή έμπνευσης», αλλά μια στιγμή εσωτερικής ωρίμανσης. Και βάσει αυτού, σημειώνει ότι δεν είναι πάντα εύκολο να ισορροπείς ανάμεσα στην καθημερινότητα και τη δημιουργία, καθώς οι ρυθμοί της δεν αφήνουν πάντα τον απαραίτητο χώρο.
Ωστόσο, η γραφή δεν είναι κάτι που το «χωράς» απλώς στο πρόγραμμα, είναι κάτι στο οποίο επιστρέφεις κάθε φορά που το έχεις ανάγκη, σαν εσωτερική ανάγκη που επανέρχεται.
Μέσα σε αυτή τη σχέση συνέχειας και επιστροφής, η λογοτεχνία δίνει ζωή στη μνήμη, την ανασυνθέτει μέσα από το συναίσθημα και τη φαντασία και τη μετατρέπει σε εμπειρία που συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα στον αναγνώστη.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από την Άνεμος Εκδοτική το βιβλίο σας με τίτλο «Μελτέμια και Ψίθυροι». Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του μυθιστορήματος και τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία, κυρία Παλαιολόγου;
Η ιδέα γεννήθηκε πολύ φυσικά σαν να βρισκόταν μέσα μου. Μεγαλώνοντας σε ένα νησί, άκουγα ιστορίες που έμεναν μισές, ψιθύρους που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να ενώσω αυτές τις μνήμες σε μια αφήγηση. Δεν ήταν απλώς μια «στιγμή έμπνευσης», αλλά μια εσωτερική ωρίμανση.
Ζείτε στην Αντίπαρο, έναν τόπο με έντονη παράδοση και ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Πόσο έχει επηρεάσει αυτό το περιβάλλον τη συγγραφική σας φωνή;
Η Αντίπαρος δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Είναι πηγή έμπνευσης, είναι το σπίτι μου. Την αγαπώ βαθιά, και αυτό αποτυπώνεται σε κάθε σελίδα τού βιβλίου. Είναι οι άνθρωποι, οι ρυθμοί, οι σιωπές της. Η ησυχία της δεν είναι μονοτονία, αλλά χώρος για να ακούσεις. Από εκεί γεννήθηκε η ιστορία μου και συνεχίζει να με εμπνέει.
Το μυθιστόρημά σας φαίνεται βαθιά συνδεδεμένο με μνήμες και ρίζες. Πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα στοιχεία του;
Δεν είναι αυτοβιογραφικό, αλλά έχει μέσα του προσωπικές αλήθειες και στοιχεία που με συνδέουν με τις ηρωίδες μου. Συναισθήματα, εικόνες και βιώματα που, με έναν τρόπο, πέρασαν από μένα σε εκείνες. Η λογοτεχνία άλλωστε πάντα δανείζεται κάτι προσωπικό.
Έχετε σπουδάσει Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές και Δημόσια Διοίκηση. Πώς συνυπάρχουν αυτές οι πιο «δομημένες» επιστήμες με τη λογοτεχνική σας πλευρά;
Ίσως πιο αρμονικά απ’ όσο φαίνεται, κυρία Δούλη. Οι σπουδές μου επάνω στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σχέσεις, αλλά κυρίως στη Δημόσια Διοίκηση, με έμαθαν να οργανώνω τη σκέψη μου, να λειτουργώ δομημένα. Η γραφή έρχεται να δώσει χώρο στο συναίσθημα και στην ελευθερία της έκφρασης. Είναι δύο πλευρές που τελικά συμπληρώνουν η μία την άλλη.
Εργάζεστε ως δημόσια υπάλληλος και παράλληλα γράφετε. Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπείτε ανάμεσα στην καθημερινότητα και στη δημιουργία;
Δεν είναι πάντα εύκολο. Η καθημερινότητα έχει ρυθμούς που δεν αφήνουν πολύ χώρο. Όμως, η γραφή δεν είναι κάτι που το «χωράς» απλώς στο πρόγραμμα• είναι κάτι στο οποίο επιστρέφεις, όταν το έχεις ανάγκη. Για μένα είναι και μια μορφή ψυχοθεραπείας, ένας τρόπος αποφόρτισης. Υπάρχουν άλλωστε και κάποιες πιο ήρεμες ημέρες στη δουλειά, που μπορώ να σημειώσω σκέψεις ή ιδέες, ακόμη και εκεί. Αυτό είναι πολύ βοηθητικό, διότι πολλές φορές η έμπνευση έρχεται ξαφνικά και θέλω να την κρατήσω ζωντανή εκείνη τη στιγμή.
Ασχολείστε ενεργά με τη διατήρηση των παραδόσεων της Αντιπάρου. Πιστεύετε πως η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο διάσωσης της πολιτιστικής μνήμης;
Φυσικά, κυρία Δούλη, διότι η λογοτεχνία δίνει ζωή στη μνήμη και τη μετατρέπει σε εμπειρία. Δεν καταγράφει απλώς γεγονότα, αλλά ζωντανεύει ανθρώπους, συναισθήματα και εποχές. Έτσι, η παράδοση δεν μένει στατική, αλλά συνεχίζει να μιλά στις επόμενες γενιές.
Τα «μυστικά» που περνούν από γενιά σε γενιά είναι βασικό θέμα στο έργο σας. Έχετε συναντήσει τέτοιες ιστορίες στην τοπική παράδοση;
Ναι, έχω συναντήσει. Σε ένα μικρό νησί, όπως η Αντίπαρος, οι ιστορίες δεν χάνονται, μεταφέρονται και περνούν από στόμα σε στόμα, άλλοτε πιο καθαρά και άλλοτε σαν ψίθυροι. Βέβαια, δεν θα ήθελα να αποκαλύψω συγκεκριμένες «πηγές» ή προσωπικές ιστορίες ανθρώπων, διότι για μένα υπήρχε πάντα ένα όριο σεβασμού. Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν η αίσθηση που αφήνουν αυτά τα μυστικά και ο τρόπος που επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων μέσα στον χρόνο.
Ο έρωτας στο βιβλίο σας δεν ακολουθεί τα κοινωνικά «πρέπει». Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο ελεύθεροι να αγαπήσουν όπως θέλουν;
Ο έρωτας, κατά τη γνώμη μου, δεν θα έπρεπε να ακολουθεί «πρέπει». Ίσως σήμερα υπάρχουν περισσότεροι τρόποι έκφρασης, όμως οι φόβοι και η ανάγκη για αποδοχή παραμένουν. Σε μια εποχή όπου η εικόνα κυριαρχεί, τα κοινωνικά δίκτυα συχνά λειτουργούν σαν κάλυψη. Κρυβόμαστε πίσω από αυτά, αντί να εκτεθούμε πραγματικά, κι έτσι θεωρώ πως η ουσιαστική ελευθερία στον έρωτα παραμένει ακόμη ζητούμενο.
Η αλήθεια, όπως λέτε, απαιτεί θάρρος ακόμη κι όταν πονά. Υπήρξε κάποια στιγμή στη συγγραφική διαδικασία που αυτό το νιώσατε έντονα;
Ναι, υπήρξαν αρκετές στιγμές που το ένιωσα έντονα, κυρίως όταν έγραφα σκηνές βαθιά συναισθηματικές ή σιωπές ανάμεσα στους ήρωες που έμοιαζαν πιο δυνατές από τα ίδια τα λόγια. Συνειδητοποίησα πως η γραφή σε φέρνει αντιμέτωπο με αλήθειες και συναισθήματα, που ίσως αποφεύγεις στην καθημερινότητα. Δεν είναι πάντα εύκολο να τα κοιτάξεις κατάματα, όμως πιστεύω πως μόνο τότε η ιστορία αποκτά πραγματική αλήθεια και ουσία.
Πότε καταλάβατε ότι η λογοτεχνία δεν είναι απλώς αγάπη, αλλά ανάγκη έκφρασης για εσάς;
Όταν είδα πως δεν μπορούσα να σταματήσω. Όταν η ιστορία εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα μου, ακόμη κι όταν δεν έγραφα. Οι χαρακτήρες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα συνέχιζαν να με ακολουθούν, μέχρι που κατάλαβα πως η γραφή δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά ένας τρόπος να εκφράζομαι και να υπάρχω.
Αυτή είναι η πρώτη σας ολοκληρωμένη μυθιστορηματική απόπειρα. Τι δίδαξε σε εσάς την ίδια, κυρία Παλαιολόγου;
Μου δίδαξε υπομονή και εμπιστοσύνη. Να αφήνω την ιστορία να με οδηγεί, χωρίς να προσπαθώ να ελέγχω τα πάντα – κάτι που με δυσκολεύει και στην καθημερινότητά μου, καθώς έχω συχνά την ανάγκη να έχω τον έλεγχο σε όλα. Με δίδαξε όμως και σεβασμό• σεβασμό σε μια άλλη εποχή, στους ανθρώπους, στον τόπο και στις ιστορίες που κουβαλούν. Διότι, όταν γράφεις, δεν δημιουργείς απλώς• αγγίζεις ζωές, έστω και μέσα από τη φαντασία.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης, όχι μόνο ως συναίσθημα αλλά και ως σκέψη, κλείνοντας το βιβλίο;
Θα ήθελα να μείνει μέσα του ένα συναίσθημα αλλά και κάποιες σκέψεις. Ότι πολλές φορές αυτό που μας καθορίζει δεν είναι τα όσα λέμε, αλλά όσα κρατάμε μέσα μας. Επίσης, πως οι άνθρωποί μας δεν χάνονται όταν φεύγουν από τη ζωή, αλλά όταν τους ξεχνάμε. Και, τέλος, πως πολλές φορές χρειάζεται να κοιτάξουμε πίσω, στο παρελθόν και στις ρίζες μας, για να καταλάβουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 22 Μαΐου 2026.













































