Πολλά καλά λόγια ακούγονται τελευταία για τα μονοπάτια με αφετηρία την Τσαριτσάνη. Και κατ’ αρχάς ποια είναι αυτή η Τσαριτσάνη; Μέχρι τώρα την προσπερνούσαμε κατευθυνόμενοι προς την Ελασσόνα και από εκεί στις κορυφές του Ολύμπου. Και όμως, είναι μια από τις πιο ιστορικές κωμοπόλεις της Θεσσαλίας, με σπουδαία πνευματική, οικονομική και αγωνιστική παράδοση.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γνώρισε τεράστια ακμή χάρη στο εμπόριο του μεταξιού και των νημάτων, γεγονός που αποτυπώνεται μέχρι σήμερα στην αρχιτεκτονική της. Η οικονομική άνθηση της πόλης οδήγησε στην κατασκευή εντυπωσιακών κτιρίων, μερικά από τα οποία σώζονται και αποτελούν μνημεία. Ο Πύργος του Μάμτζιου, το αρχοντικό Χατζηαλεξίου , η οικία του Κωνσταντίνου Οικονόμου (το σπίτι όπου γεννήθηκε και έζησε ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους).
Η Τσαριτσάνη δεν ήταν απλά ένα εμπορικό κέντρο, αλλά ένας «φάρος» γραμμάτων. Η Οικονόμειος Σχολή ιδρύθηκε το 1802 και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα σχολεία της προεπαναστατικής Ελλάδας. Το κτίριο που στεγάζει τη σχολή σήμερα είναι ένα πανέμορφο νεοκλασικό του 1910. Λόγω της μεγάλης οικονομικής της ισχύος, η Τσαριτσάνη είχε το προνόμιο να είναι «Σταυροπηγιακή Εξαρχία» (υπαγόταν απευθείας στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως), γεγονός που της έδινε μια σχετική αυτονομία και προστασία από τους τοπικούς Οθωμανούς άρχοντες.
Από το κέντρο της κωμόπολης ξεκινά το μονοπάτι που κινείται κατά μήκος του ρέματος Ξηριάς. Όπως μαρτυρά και το όνομά του, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η κοίτη του στεγνώνει σχεδόν εντελώς. Αντίθετα, το φθινόπωρο και τον χειμώνα (ή κατά τη διάρκεια έντονων καταιγίδων) κατεβάζει μεγάλους όγκους νερού και φερτών υλικών. Το ρέμα διασχίζει μέρος του οικισμού και ιστορικά έπαιζε σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα της κωμόπολης, καθώς τα ορμητικά νερά του τροφοδοτούσαν παλαιότερα τους παραδοσιακούς νερόμυλους της περιοχής. Ερείπια των μύλων συναντάμε από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής, αλλά από νερό ούτε ίχνος. Κρίμα, γιατί έτσι χάνουμε μεγάλο μέρος από την ομορφιά του τοπίου.
Μετά τον τελευταίο μύλο ανηφορίζουμε ανάμεσα σε φυλλοβόλα και πουρνάρια αλλά και διάσπαρτους άγριους κάκτους που αποτελούν σήμα κατατεθέν της περιοχής. Αυτοί αναφέρονται συχνά ως «κάκτοι Αριζόνας» και μεταφέρθηκαν στην περιοχή πριν από πολλές δεκαετίες από ανθρώπους, πιθανότατα ως καλλωπιστικά φυτά ή για τη χρήση τους ως φυσικοί «φράχτες» για την προστασία κτημάτων και ζώων. Με τα χρόνια προσαρμόστηκαν στο ξηρικό περιβάλλον της περιοχής που προσομοιάζει τις ημι-ερημικές περιοχές της Αμερικής και άρχισαν να αναπαράγονται και να εξαπλώνονται μόνοι τους στους βράχους, δημιουργώντας σήμερα ολόκληρες αποικίες.
Συνεχίζουμε μέχρι τη διασταύρωση όπου ακολουθούμε πορεία δεξιά με ένδειξη προς Κουκούλι (την ψηλότερη κορυφή της περιοχής). Τώρα είμαστε ψηλά πάνω από την κοίτη του Ξηριά. Βαδίζουμε σε πανέμορφο μονοπάτι σε πυκνό δάσος μαυρόπευκων όπου το πρωινό φως δυσκολεύεται να περάσει. Απολαυστική πορεία που κατηφορίζει στην κοίτη του Ξηριά όπου υπάρχει χώρος αναψυχής.
Συνεχίζουμε ακολουθώντας τη σήμανση για Κουκούλι ανηφορίζοντας μέχρι τον χωματόδρομο και το μαντρί στη θέση «Σμίξη». Εδώ βρίσκουμε τη συνέχεια της σήμανσης για το «Λούκι», ένα σκαλισμένο στα βράχια μονοπάτι που οδηγεί στην κοίτη του Πόντικα, του δεύτερου ρέματος της περιοχής, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια πλούσια υδροχαρής βλάστηση.
Συνεχίζουμε μέχρι το σημείο όπου το μονοπάτι χωρίζεται. Αριστερά για Κουκούλι, δεξιά για τον χωματόδρομο που θα μας επιστρέψει στη θέση «Σμίξη».
Από εδώ ακολουθούμε ένα άλλο μονοπάτι, ανατολικότερο αυτού που πήραμε το πρωί για να κάνουμε μια κυκλική πορεία που θα μας οδηγήσει ξανά στην Τσαριτσάνη, μετά από 8 περίπου χιλιόμετρα διαδρομής που κράτησε 4 σχεδόν ώρες.
ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
Περισσότερες πληροφορίες για τις δραστηριότητες του συλλόγου στα γραφεία μας – Μπότσαρη 2, 2ος όροφος (δίπλα στον ΟΤΕ) κάθε Παρασκευή 9-10 μ.μ. στην ιστοσελίδα μας trikalasport.gr, καθώς και στη σελίδα μας στο Facebook.












































