Μέλη της ΟΛΚ μεταξύ ουρανού και γης στον Όλυμπο

Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΑΡΡΗΣ
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ -

Τον Σεπτέμβριο του 2007 μέλη της Ορειβατικής Λέσχης Καλαμπάκας είχαμε ανέβει στο Μύτικα, την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου (βλ. ρεπορτάζ).

Από τότε μου έτρωγε τα αυτιά ο φίλος Αχιλλέας. Πότε θα πάμε στον Όλυμπο, έλεγε και ξανάλεγε. Εσείς είστε νέοι, έχετε χρόνια και θα ξαναπάτε, εγώ όμως…

Τελικά, μετά από κάποιες αναβολές, αποφασίσαμε να πάμε, αυθημερόν, στις 7/10/2009. Έτσι, το πρωί της Τετάρτης, ο Αχιλλέας, ο Κώστας κι εγώ, (άλλοι και άλλες για διαφόρους λόγους δεν μπόρεσαν να έρθουν), ξεκινήσαμε από Καλαμπάκα και μέσω Δεσκάτης φθάσαμε στην Ελασσόνα και από εκεί με το αυτοκίνητο ανεβήκαμε, αφού κάναμε μερικά χιλιόμετρα
σε κακό χωματόδρομο μέχρι την Καλύβα του Χρηστάκη.

Στο σημείο αυτό πήραμε επ’ ώμων τα σακκίδιά μας και ξεκινήσαμε για το «Σκολιό» τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο διεθνές μονοπάτι Ε4.

Ο Μύτικας έχει ύψος 2917 μέτρα και το Σκολιό 2911 μέτρα. Δηλαδή λίγα μέτρα είναι η διαφορά τους στο ύψος. Απλά στο Σκολιό είναι πιο εύκολο να ανέβει κανείς ενώ στο Μύτικα πιο δύσκολο και λίγο επικίνδυνο. Οι δύο κορυφές απέχουν μεταξύ τους σε ευθεία γραμμή 200 μέτρα περίπου, τις χωρίζει όμως ένας γκρεμός εκατοντάδων μέτρων.

Στην αρχή της πορείας είχαμε κάποια μικροπροβλήματα λόγω του υψομέτρου. Λίγη ταχύπνοια, ταχυκαρδία και εύκολη κόπωση. Όσο όμως περνούσε η ώρα και εγκλιματιζόταν ο οργανισμός μας, τόσο αυτά μειώνονταν. Μετά από λίγη ώρα «πετούσαμε» στον ανήφορο. Ο Αχιλλέας έκανε σαν μικρό παιδί. Και είναι το μεγαλύτερο σε ηλικία μέλος της Ο.Λ.Κ. Πρέπει
να… πατάει τα 74 χρόνια! Αχιλλέα, να τα χιλιάσεις!

Ανεβαίνοντας είδαμε σε κάποιες κορυφές και άλλους ορειβάτες. Ο καιρός ήταν άριστος για τον Όλυμπο. Στο μεγάλο διάσελλο, χτύπησε το κινητό μου. Να φανταστεί κανείς ότι στον Όλυμπο δεν έχουν σήμα τα κινητά. Λες, λέω μέσα μου, να είναι καμιά θεά που με είδε, ψηλό, λεβέντη, γαλανομάτη και τσιγκελομούστακο, να με λιμπίστηκε και να θέλει να με κρατήσει εδώ για… νταμάρι; Τελικά η φωνή ενός φίλου με επανέφερε στην πραγματικότητα.

Βαδίζοντας προς την «Κακιά Σκάλα» ανταμώσαμε μια πραγματική θεά, που την έλεγαν Καθρίν και είχε ξεκόψει από το υπόλοιπο γκρουπ. Στην κορυφή της Κακιάς Σκάλας καθίσαμε να ξεκουραστούμε, να αγναντέψουμε το τοπίο και να βγάλουμε φωτογραφίες. Εκεί συναντήσαμε και άλλους συνορειβάτες που είχαν ανέβει από την πλευρά του Λιτοχώρου. Ήταν Έλληνες,

Εσθονοί και Αυστραλοί, άνδρες και γυναίκες. Απέναντί μας στα εκατό μέτρα έστεκε αγέρωχα η κορυφή του Μύτικα. Κάποιοι τολμηροί είχαν ανέβει πάνω. Θα πάω κι εγώ λέει ο Αχιλλέας!

Αφού στήσαμε ένα μικρό καυγά και ξυπνήσαμε μεσημεριάτικα θεούς και δαίμονες, υπανεχώρησε, γιατί σκοπός μας δεν ήταν ο Μύτικας αλλά το Σκολιό στο οποίο ανεβήκαμε αφού γυρίσαμε λίγο πίσω.

Από τα 2911 μέτρα η θέα είναι καταπληκτική. Απέναντι είχαμε το Μύτικα, το θρόνο του Δία, τα καζάνια πιο κάτω από τα οποία έπαιρνε τους κεραυνούς και τους έριχνε όπου έκανε κέφι, το οροπέδιο των Μουσών και άλλες κορυφές. Μέχρι η κορυφή του Άθω φαινόταν. Όσο περνούσε η ώρα όμως τόσο σχηματίζονταν λευκά σύννεφα σε πιο χαμηλές περιοχές.

Ήμασταν σα να βρισκόμασταν στο αεροπλάνο. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω ούτε τα πανέμορφα τοπία, ούτε τα συναισθήματα που μας διακατείχαν. Δεν είναι απλά μια κορυφή από την οποία αγναντεύεις τον κόσμο κάτω. Είναι ο Όλυμπος, το όνειρο κάθε Έλληνα και ξένου ορειβάτη και όχι μόνο. Αφού φάγαμε κάτι και γράψαμε στο βιβλίο της κορυφής (στην πλευρά του τριγωνομετρικού σημείου της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού
υπάρχει μεταλλικό δοχείο μέσα στο οποίο βρίσκεται βιβλίο και στυλό) στο οποίο όποιος θέλει μπορεί να γράψει τις εντυπώσεις του, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, με βαριά καρδιά είναι αλήθεια. Δεν είναι υπερβολή αν έλεγα ότι θα καθόμασταν και το βράδυ εκεί αν είχαμε τον κατάλληλο εξοπλισμό. Όλα τα ωραία όμως έχουν ένα τέλος. Ακολουθώντας την ίδια
διαδρομή φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Εγώ είχα καεί λίγο στο πρόσωπο από τον ήλιο γιατί ούτε πλατύγυρο καπέλο είχα, ούτε αντηλιακό. Καλά να πάθω για να μάθω! Τα γράφω για τους άλλους αλλά εγώ πρώτος δεν τα τηρώ. Σουρουπώνοντας, αφού κάναμε στάση για φαγητό και καφέ, φτάσαμε στην Καλαμπάκα.

Για τον Όλυμπο λέγονται και γράφονται πολλά, τα οποία νομίζω ότι είναι αποκυήματα της φαντασίας μερικών. Ούτε ούφο είδαμε, ούτε ΑΤΙΑ, ούτε εξωγήινους, ούτε καρκατζάλια…

ΠΑΝΤΑ ΨΗΛΑ!

Προηγούμενο άρθροΑρ. φύλλου 111
Επόμενο άρθροΑρ. φύλλου 112

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ