Χριστόφορος Σεμέργελης: «Η τοπική ιστορία αποτελεί μία θαυμάσια και αστείρευτη πηγή έμπνευσης»

- ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ -

Ο Χριστόφορος Σεμέργελης είναι ένας συγγραφέας παλαιάς κοπής, που ανήκει όμως στη νέα γενιά λογοτεχνών. Είναι ένας συγγραφέας που φεύγει από τα «εγώ» του και αντικρίζει κατάματα τη ζωή και τις αντανακλάσεις της.

Αποφεύγει τις εμμονές, αναλύει εξονυχιστικά τους χαρακτήρες στα βιβλία του, ανακαλύπτει την ουσία των καταστάσεων, αποκαλύπτει μυστικές πτυχές, μετουσιώνει με ένταση το βίωμα.

Υπηρετεί τη Λογοτεχνία με ποιότητα, έρευνα, επιμονή και υπομονή. Διαθέτει παιδεία, πνευματικότητα, φαντασία και ανθρωπισμό.

Εργάζεται ως δημοσιογράφος, και όπως αναφέρει, από τότε που μεταπήδησε από το αθλητικό στο ελεύθερο ρεπορτάζ, έχει έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο και αντλεί ποικίλα ερεθίσματα από αυτό.

Άλλωστε, και στη δημοσιογραφία αφηγούμαστε ιστορίες, δηλώνει, γι’ αυτό και το επάγγελμα αυτό συνδυάζεται πολύ εύκολα με τη λογοτεχνία.

Επιπλέον, ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που καταφέρνουν και μεταπλάθουν τις όποιες δυσκολίες σε πηγή έμπνευσης, οπότε είναι ένας ιδανικός συνομιλητής σε μια συζήτηση που αφορά και στην πρωτόγνωρη κατάσταση της πανδημίας που διανύουμε.

Και όπως ο ίδιος σημειώνει, υπάρχει αρκετός κόσμος που στράφηκε στην ανάγνωση βιβλίων αυτή την εποχή, και που επιδιώκει μέσω της λογοτεχνίας να ικανοποιήσει την ανάγκη για «διαφυγή» από την τρομερή κατάσταση που βιώνουμε, κι αυτό το βρίσκει εξαιρετικά παρήγορο, αρκεί να διατηρηθεί αυτή η συνήθεια και μετά το τέλος της πανδημίας.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» το βιβλίο σας με τίτλο «Μία θάλασσα, δύο πατρίδες». Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την πλοκή του. Ποια ήταν η αφορμή για τη γραφή του, κύριε Σεμέργελη;
Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να δοκιμάσω πάνω σε μεγαλύτερη φόρμα, έπειτα από μία σειρά διηγημάτων. Με παρακίνησε η αγάπη μου για την Ιστορία και δη την τοπική, η οποία αποτελεί μία θαυμάσια και συνάμα αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Η ιστορία του βιβλίου σας αναφέρεται στη Θεσσαλική Επανάσταση του 1878. Σε ποιες πηγές ανατρέξατε, για να μεταφέρετε το πνεύμα της εποχής, και με πόσους ανθρώπους μιλήσατε, για να τεκμηριώσετε αλήθειες, γεγονότα, συναισθήματα, όνειρα, φόβους;
Οι βιβλιογραφικές πηγές ήταν αρκετές. Το συγκεκριμένο κίνημα έχει καλυφθεί επαρκώς από πλήθος ιστορικών, και όποιος ανατρέξει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, μπορεί να μάθει πάρα πολλά για την Επανάσταση στο Πήλιο το 1878. Περισσότερο πάντως με βοήθησε η μελέτη των απομνημονευμάτων από αγωνιστές που πάλεψαν με πόνο και θυσίες για την ελευθερία της Θεσσαλίας. Τα απομνημονεύματα όλων όσων βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης ήταν πολύτιμος οδηγός για την εξέλιξη της υπόθεσης του βιβλίου.

Πόσο καιρό διήρκεσε η έρευνά σας;
Κοντά στον ενάμιση χρόνο, κυρία Δούλη. Επί ένα εξάμηνο συγκέντρωνα τα πρώτα στοιχεία προτού ξεκινήσω να γράφω, ενώ και κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου δεν έπαψα το ψάξιμο. Όσο προχωρούσα στο κείμενο, προέκυπταν συνεχώς καινούριες πληροφορίες που έπρεπε να επαληθεύσω, για να ενσωματώσω στην πλοκή τα στοιχεία που ήθελα.

Στο βιβλίο σας αναλύονται οι ανθρώπινες σχέσεις, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο κρατά και ο έρωτας. Ποιο ήταν το ζητούμενο για εσάς με τη συγγραφή του;
Όταν επινοείς μία ιστορία, το συναίσθημα δεν μπορεί να λείπει, πάντοτε βέβαια με μέτρο. Για παράδειγμα, εάν το κείμενο είναι άνευρο, η αφήγηση χάνει τη δύναμή της και δεν αγγίζει τον αναγνώστη. Δεν μπορείς να τον προσελκύσεις κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει και να του δώσεις την ευκαιρία να συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξη της ιστορίας.

Αν και οι ήρωές σας είναι δικές σας δημιουργίες, διδαχτήκατε κάτι από αυτούς, κύριε Σεμέργελη;
Οι χαρακτήρες που πλάθεις κάθε φορά προσδιορίζουν και τον δικό σου κόσμο. Μέσα από τους ήρωες είδα το δικό μου είδωλο σαν κοιτάχτηκα στον «καθρέφτη» της Ιστορίας, προσπαθώντας να μαντέψω ποιος θα ήμουν ή πώς θα συμπεριφερόμουν εάν ζούσα σ’ εκείνη την ταραγμένη για τον τόπο μου εποχή.

Σημαντικό ρόλο σ’ ένα βιβλίο, εκτός από το περιεχόμενο, διαδραματίζει η γλώσσα και γενικά η μορφή, κάτι που δεν συναντά κανείς σε όλους τους συγγραφείς. Είναι αυτό κάτι που σας απασχολεί;
Φυσικά, κυρία Δούλη. Βέβαια, ο καθένας πρώτα απ’ όλα λογοδοτεί στον εαυτό του για οτιδήποτε δημοσιεύει. Προσωπικά θα έκλεινα μεμιάς ένα βιβλίο με περιορισμένο λεξιλόγιο και ακατάσχετη υβρεολογία. Στον εαυτό μου θέτω ξεκάθαρα όρια για το ύφος των κειμένων. Χρειάζεται να έχεις συνείδηση των όσων γράφεις. Τον τελευταίο λόγο πάντως τον έχουν οι αναγνώστες, που κρίνουν καλύτερα κάθε έργο.

Το αναγνωστικό κοινό στην εποχή μας είναι διαφορετικό από εκείνο άλλων εποχών. Έχει ιδιαιτερότητες κατά τη γνώμη σας;
Κάθε εποχή διαμορφώνει διαφορετικό πλαίσιο για τους αναγνώστες, οι οποίοι όμως πάντοτε βάζουν ψηλά τον πήχη των προσδοκιών τους για κάθε βιβλίο. Οι απαιτήσεις προκύπτουν σε όσους διαβάζουν τακτικά και έχουν εντάξει την ανάγνωση στην καθημερινότητά τους. Στις μέρες μας πάντως, που η βιβλιοπαραγωγή έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, το γεγονός ότι μεγάλη μερίδα του κοινού εξακολουθεί να προτιμά έργα της κλασικής λογοτεχνίας σημαίνει ότι τα βιβλία σήμερα δεν είναι όπως παλιά…

Η ενασχόλησή σας με τη δημοσιογραφία -μιας και συνεργάζεστε σε σταθερή βάση με τη Θεσσαλία, καθημερινή εφημερίδα της Μαγνησίας- ήταν ένας από τους λόγους που σας έφεραν ένα βήμα πιο κοντά στη συγγραφή, κύριε Σεμέργελη;
Η εφημερίδα προέκυψε στην καθημερινότητά μου από την εποχή που ήμουν μαθητής Λυκείου ακόμη. Από τότε που μεταπήδησα από το αθλητικό στο ελεύθερο ρεπορτάζ, έχω έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο και αντλώ ποικίλα ερεθίσματα από αυτό. Άλλωστε, στη δημοσιογραφία τι κάνουμε; Αφηγούμαστε ιστορίες. Το επάγγελμα αυτό συνδυάζεται πολύ εύκολα με τη λογοτεχνία, αφού έχοντας καθημερινή τριβή με αυτό, γίνεται πιο εύκολο να στραφείς στη μυθοπλασία. Υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση.

Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για το πώς γεννήθηκε μέσα σας η αγάπη για τη λογοτεχνία, είχατε κάποια λογοτεχνικά ερεθίσματα;
Οι δικοί μου με έκαναν να αγαπήσω την ανάγνωση. Έχοντας καλλιεργήσει το ενδιαφέρον μου για τα βιβλία, δεν έπαψα ποτέ να διαβάζω. Δημιουργήθηκε μία σταθερή σχέση από πολύ μικρή ηλικία, μια και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Τότε το διαδίκτυο ήταν άγνωστη λέξη, δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση και οι επιλογές ήταν πιο περιορισμένες: Είτε θα έβγαινα έξω για παιγνίδι είτε θα διάβαζα.

Στη σημερινή δύσκολη εποχή μας και εν μέσω μιας πανδημίας πώς μπορεί να μας βοηθήσει η Λογοτεχνία;
Υπάρχει αρκετός κόσμος που στράφηκε στην ανάγνωση βιβλίων, από την πρώτη καραντίνα μάλιστα, και επιδιώκει μέσω της λογοτεχνίας να ικανοποιήσει την ανάγκη για «διαφυγή» από την τρομερή κατάσταση που βιώνουμε από την περσινή άνοιξη. Σ’ αυτήν την παγκόσμια πανδημία που μας κρατά στο σπίτι, απομονωμένους από τους αγαπημένους μας, ένα καλό βιβλίο έχει τη δυνατότητα να μας μεταφέρει μακριά από την καθημερινότητα και να μας χαρίσει ελπίδα για το μέλλον. Και αυτό, κυρία Δούλη, είναι κάτι που το βρίσκω εξαιρετικά παρήγορο. Αρκεί να κρατήσουμε αυτή τη συνήθεια, να διαβάζουμε δηλαδή και να αφιερώνουμε χρόνο στον εαυτό μας, και μετά το τέλος της πανδημίας.

Πώς νιώσατε όταν γράφατε τις τελευταίες λέξεις στο βιβλίο σας, ολοκληρώνοντας μια ιστορία, όπως εκείνες τις δεκάδες ανθρώπινες ιστορίες που έγιναν γνωστές; Λυτρωθήκατε, κύριε Σεμέργελη;
Δεν είναι εύκολη υπόθεση να γράψεις ένα βιβλίο. Η συγγραφή του «Μία θάλασσα, δύο πατρίδες» ήταν μία διαδικασία, στην οποία αφοσιώθηκα αρκετούς μήνες. Κρατώντας στα χέρια μου ολοκληρωμένο το χειρόγραφο, πάνω απ’ όλα ένιωσα ανακούφιση που έφτασα μέχρι το τέλος.

ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Χριστόφορος Σεμέργελης γεννήθηκε το 1979 και μεγάλωσε στον Βόλο.

Είναι παντρεμένος με τη Χρύσα Σιγανού κι έχουν έναν γιο.

Από το 2000 εργάζεται ως υπάλληλος στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ενώ συνεργάζεται σε σταθερή βάση με τη «Θεσσαλία», καθημερινή εφημερίδα της Μαγνησίας.

Έχει γράψει τρία διηγήματα, με τα οποία έλαβε μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς των εκδόσεων iWrite.gr, με τον γενικό τίτλο Ιστορίες του τόπου μας, και απέσπασε ισάριθμα βραβεία σε Διδυμότειχο (2017), Νάουσα (2018) και Δράμα (2019) αντίστοιχα.

Το «Μία θάλασσα, δύο πατρίδες» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

*Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ” ΣΤΙΣ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2021.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ