Μιχάλης Πατένταλης: «Να βάλουμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τη φύση»

-

- ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ -

Η πρώτη του επαφή με την συγγραφή ξεκίνησε στην παιδική του ηλικία γράφοντας ποιήματα και μικρά διηγήματα, διότι ήθελε να προλάβει το μέλλον καταθέτοντας τα όνειρα ενός έφηβου.

Ο Μιχάλης Πατένταλης είναι ένας ανερχόμενος συγγραφέας της νεότερης γενιάς. Διανύει την καλύτερη συγγραφική του περίοδο, μιας και κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό το πρώτο του μυθιστόρημα και σίγουρα έχει πολλά ακόμη να δώσει στα ελληνικά γράμματα. Στα γραπτά του παντρεύει το συναίσθημα με τη διάνοια, δημιουργεί κόσμους παράξενους και παράλληλους, μέσα απ’ τους οποίους μας συγκινεί, μας προβληματίζει και το κυριότερο: Θέτει ερωτήματα προς κάθε ακονισμένο μυαλό.

Τον ενδιαφέρει εκείνη η κατηγορία των αναγνωστών που ψάχνουν να βρουν σε κάποιο βιβλίο, τις ξεχασμένες αποχρώσεις της ψυχής τους και γι’ αυτούς θέλει να γράφει.

Όλα περνάνε από το αναμφισβήτητο ταλέντο του να πλάθει συναρπαστικές ιστορίες και να παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο τις προσωπογραφίες των ηρώων του. Κάθε πρόσωπο στο «Ποιος σκότωσε τον Μότσαρτ» είναι απολύτως ξεχωριστό, με τις αντιφάσεις, τις παρεκτροπές, τα λάθη και τα πάθη του.

Μουσικός και συγγραφέας, διαθέτει φαντασία και κριτικό πνεύμα και πάντα παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τις εξελίξεις στην κοινωνία και στον χώρο του και είναι αρκετά ενεργός σε όσα συζητιούνται και προτείνονται, γι’ αυτό και καταθέτει με ιδιαίτερη παρρησία τις απόψεις του.

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η πρώτη σας συγγραφική δουλειά έχει τίτλο «Ποιος σκότωσε τον Μότσαρτ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος». Πότε νιώσατε την ανάγκη να ασχοληθείτε με τη συγγραφή, κύριε Πατένταλη;
Μεγάλωσα σε ένα χωριό της Δράμας, ακούγοντας ιστορίες ανθρώπων, που έμπλεκαν μέσα σε αυτές την πραγματικότητα με τη φαντασία. Νεράιδες που λούζονταν στα ποτάμια, κι αν τις μιλούσες, σου έπαιρναν τη φωνή, και τσιγγάνες που έκαναν μάγια σε ανύπαντρες γυναίκες. Τότε οι άνθρωποι ζούσαν μέσα και έξω από τον χρόνο. Έτσι, η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφή ξεκίνησε στην παιδική μου ηλικία, γράφοντας ποιήματα και μικρά διηγήματα. Τότε ήθελα να προλάβω το μέλλον, καταθέτοντας τα όνειρα ενός έφηβου. Από αυτή μου τη συγγραφή κυκλοφόρησαν δύο ποιητικές συλλογές στα Γερμανικά και στα Ελληνικά και μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Ο Μισθοφόρος Μινώταυρος» από τις εκδόσεις University Studio Press. Το πρώτο μου μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ποιος σκότωσε των Μότσαρτ» από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος είναι η πρώτη μου συγγραφική δουλειά που προσπαθεί να ζωντανέψει μνήμες του παρελθόντος.

Στην ιστορία του βιβλίου σας πλέκετε περίτεχνα τη ζωή του φοιτητή Αλέξη Βελλίδη με τον Καθηγητή της Μουσικής Ακαδημίας στη Βιέννη, Χάρνακουρτ και τους δολοφόνους του Μότσαρτ. Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο για να γράψετε το «Ποιος σκότωσε τον Μότσαρτ»;
Ξέρετε, κυρία Δούλη, η έμπνευση για να γράψεις ένα μυθιστόρημα δεν έρχεται ποτέ απρόσκλητη. Αναδύεται μέσα από τις εμπειρίες, την γνώση και τα ερεθίσματα. Για να έχεις έμπνευση, πρέπει να ψάξεις να τη βρεις. Παίρνοντας λοιπόν ως αφορμή έναν νέο από την Ελλάδα που έχει τη φιλοδοξία να γίνει μεγάλος μουσικός, προσπάθησα να θρυμματίσω το παρόν, εκβάλλοντας το παρελθόν μέσα από μια μυθοπλασία γύρω από τον θάνατο του μεγάλου Μότσαρτ.

Πώς βιώσατε αυτό το συγγραφικό ταξίδι στη Βιέννη της δεκαετίας του ’80;
Όταν αποφάσισα να γράψω για τον Μότσαρτ, επισκέφτηκα για ένα διάστημα τη Βιέννη. Περπάτησα στα σοκάκια που βάδισε ο Μότσαρτ, έκανα πρωινό στα καφέ που σύχναζε ο Κάφκα και ο Τρότσκι, επισκέφτηκα την όπερα και τη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης, συνομίλησα με τέκτονες που έμεναν σε μεγαλοπρεπή αρχοντικά και μουσικούς που σύχναζαν σε υπόγεια μπαρ. Η Βιέννη είναι η πόλη που δίνει κανείς ραντεβού με την έμπνευση.

Πόσο θα ανατραπεί η ζωή των πρωταγωνιστών σας, όταν το παρελθόν στοιχειώσει το παρόν τους;
Προσπάθησα μέσα από τη μυθοπλασία να συνδέσω το παρελθόν με το παρόν, όπως ακριβώς το πράττει και η πόλη της Βιέννης με τους κατοίκους της. Εκεί που περπατάς ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα μαγαζιά πολυτελείας, ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα καφέ, όπου το γκαρσόν σου εξιστορεί ότι σε αυτήν ακριβώς την καρέκλα έπαιζε σκάκι ο Τρότσκι. Έτσι, και ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, από σύγχρονος φοιτητής μιας μουσικής Ακαδημίας γίνεται ξαφνικά συνεργός μιας πλεκτάνης που παίχτηκε στη σκακιέρα του παρελθόντος χρόνου. Εξάλλου, τι είναι αλήθεια το παρόν; Είναι το παρελθόν του μέλλοντος.

Η ιστορία του βιβλίου σας έχει μεγάλη αμεσότητα και ρεαλιστικότητα στη διαγραφή των χαρακτήρων. Από πού αντλήσατε στοιχεία για τη δημιουργία τους;
Το μυθιστόρημα είναι τις περισσότερες φορές ένας προσωπικός καθρέφτης. Τον κοιτάζεις και βλέπεις μέσα του το λογικό και το παράλογο που κουβαλάς ο ίδιος μέσα από τις προσωπικές σου εμπειρίες, τις γνώσεις και τα συναισθήματά σου. Αν παρατηρήσεις τον καθρέφτη όμως λίγο περισσότερο, θα δεις πως υπάρχουν πίσω του κι άλλα πράγματα. Όπως για παράδειγμα ο κόσμος της φαντασία σου. Αν τα δεις όλα αυτά, τότε έχεις τη δυνατότητα να γράψεις ένα μυθιστόρημα που θα σε κάνει να γίνεις κι εσύ ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας.

Αν και πρόκειται για μυθιστόρημα, μπορείτε να μας πείτε εάν υπάρχουν πραγματικά γεγονότα στην ιστορία σας;
Φυσικά, κυρία Δούλη. Όλες οι αναφορές που γίνονται στο μυθιστόρημα γύρω από τη μουσική είναι πραγματικές. Ακόμη και το ίδιο το θέμα ποιος σκότωσε τον Μότσαρτ έχει πολλά αληθινά στοιχεία. Υπάρχουν εκατοντάδες θεωρίες γύρω από το πώς πέθανε ο Μότσαρτ. Βέβαια, η εκδοχή που παρουσιάζω στο βιβλίο είναι μυθοπλασία. Επίσης, πολλά στοιχεία που αναφέρω απ’ τη ζωή του πρωταγωνιστή είναι προσωπικές εμπειρίες. Για παράδειγμα, το σημείο που αναφέρω πως ο Αλέξης πήγαινε, όταν ήταν μικρός, στον τενεκετζή του χωριού, για να ακούσει τον θόρυβο από τις λαμαρίνες, είναι μια εμπειρία που έζησα στα παιδικά μου χρόνια. Ακόμη θυμάμαι με αγάπη το στρόγγυλο τραπέζι και την εσοχή στο κέντρο με τον βασιλικό που είχε ο καμπούρης μάστορας.

Τροφοδοτείτε τα βιβλία σας με τις εμπειρίες της ζωής σας;
Νομίζω ότι με όσα ανέφερα προηγουμένως απάντησα στην ερώτησή σας. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω, δεν έκανα ένα βιωματικό μυθιστόρημα. Απλά θεωρώ πως τα βιώματα είναι ένα κομμάτι του κόσμου μας, που με τη γραφή τα αναπλάθεις, προσεγγίζοντας και τα βιώματα των άλλων.

Τι συναισθήματα σας «γεννά» η διαδικασία της συγγραφής;
Με τη συγγραφή γίνεσαι συνταξιδιώτης στα βιώματα των άλλων. Είναι σαν να υφαίνεις ένα υφαντό στον χρόνο, κρατώντας στα χέρια σου τα εργαλεία της δημιουργίας. Χρειάζεται βέβαια πολύ μεγάλη εμπειρία, για να γίνεις κάποτε ένας καλός υφαντής. Είναι μια φανταστική εμπειρία που δεν θα την άλλαζα με τίποτε στον κόσμο.

Ποιο είναι το βασικό συστατικό ενός καλού βιβλίου για εσάς, κύριε Πατένταλη;
Ένα βιβλίο είναι καλό, όταν μπορείς στο ταξίδι που κάνεις μέσα σε αυτό να έχεις και κάποιους συνεπιβάτες. Όταν καταφέρεις να κάνεις αυτούς που το διαβάζουν να συμπάσχουν και να ονειρεύονται μαζί σου.

Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός κόσμος. Από τι πρέπει να αποτελείται κατά τη γνώμη σας αυτός ο κόσμος και τι δεν χωράει μέσα του;
Καταρχάς, να πω πως κάθε βιβλίο που γράφεται έχει να πει κάτι. Το θέμα είναι ποιος το διαβάζει και γιατί. Αυτός που αποφάσισε να διαβάσει ένα ερωτικό Βίπερ, για παράδειγμα, φαντασιώνεται ίσως πως βρίσκεται στη θέση του πρωταγωνιστή και ζει μέσα από αυτό τις πενήντα αποχρώσεις του γκρί. Κάποιοι άλλοι πάλι ψάχνουν να βρουν σε κάποιο βιβλίο τις ξεχασμένες αποχρώσεις της ψυχής τους. Εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων και γι’ αυτούς θέλω να γράφω. Ένα βιβλίο που δεν περνάει κανένα μήνυμα και δεν είναι οδηγός ψυχών, δεν θεωρείται για μένα βιβλίο.

Το οικογενειακό σας περιβάλλον, το εργασιακό, οι σπουδές σας, τα βιώματά σας πώς επηρέασαν τη συγγραφική σας ταυτότητα;
Νομίζω πως με επηρέασαν πάρα πολύ. Οι σπουδές μου στον Πολιτισμό μου έδωσαν τη δυνατότητα να διεισδύω στο παρελθόν με σιγουριά. Η γνώσεις μου στην ψυχοθεραπεία μου έδωσαν την δυνατότητα να κοιτάζω τον καθρέφτη και να ανακαλύπτω τις κρυφές πτυχές που κρύβει το μισοσκόταδο της ψυχής μου και η σπουδές στην μουσική, μου έδωσαν το έναυσμα για να τολμήσω να διαπραγματευθώ ένα τόσο δύσκολο θέμα όπως είναι ο θάνατος του Μότσαρτ.

Σε μια εποχή που τα δύσκολα περισσεύουν για όλους μας υπάρχει κάποια σκέψη που σας εμψυχώνει, κύριε Πατένταλη;
Ζούμε μια δύσκολη εποχή, κυρία Δούλη. Το πνεύμα του ατομικισμού είχε γίνει ήδη η μέγιστη αξία του ανθρώπου. Τώρα ήρθε ένας ιός, για να μας δείξει πόσο μάταιη είναι αυτή η αξία. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει ανθρώπινα, μαζεύοντας μόνος του υλικό πλούτο και κάνοντας προσωπική καριέρα στα πτώματα των συνανθρώπων του. Αλήθεια, τι μας έλειψε περισσότερο την εποχή του κορονοϊού; Το ακριβό αυτοκίνητο, το μεγάλο σπίτι με την πισίνα ή μια αγκαλιά από κάποιον φίλο ή κάποια φίλη; Πρέπει λοιπόν να βάλουμε στο επίκεντρο της ζωής μας τον άνθρωπο και τη φύση. Διότι, χωρίς αυτά τα δύο θα γίνουμε τελικά εξωγήινοι, ψάχνοντας τον επόμενο πλανήτη που θα καταστρέψουμε.

 

ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Μιχάλης Πατένταλης γεννήθηκε στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας το 1966 μεγάλωσε όμως στην Προσοτσάνη Δράμας.

Σπούδασε Θεωρία και Αρμονία της Μουσικής, Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και Ψυχοθεραπεία.
Από το 1996 εργάζεται στο τμήμα Ψυχοθεραπείας του Πανεπιστημίου του Ντίσελντορφ και είναι πρόεδρος της εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων Γερμανίας.

Το 2003 το διήγημά του «Η κοκκινοσκουφίτσα της πολυκατοικίας» βραβεύτηκε στον διαγωνισμό «Αντώνη Σαμαράκη» των εκδόσεων Καστανιώτη και το 2014 το λογοτεχνικό του έργο «Οι δικές μας ιστορίες» έλαβε το Κρατικό Βραβείο της Γερμανίας για τη Δημοκρατία και Ανεκτικότητα.

Το 2008 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του «Ο μισθοφόρος Μινώταυρος». Το «Ποιος σκότωσε τον Μότσαρτ» αποτελεί το πρώτο του μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος».

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Τα Μετέωρα” στις 22 Μαΐου 2020.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ