Στην αποψινή συγκέντρωση για τα θύματα των Τεμπών, ο χρόνος έμοιαζε να σταματά. Ανάμεσα στα κεριά, στα πανό και στα σιωπηλά βλέμματα των συγκεντρωμένων δύο φωνές σηκώθηκαν και έσπασαν τη βαριά σιωπή: οι φωνές της Έλλης και της Αναστασίας Πλακιά. Δεν μίλησαν μόνο ως αδερφές της Αναστασίας, της Χρύσας και της Θώμης. Μίλησαν ως μάρτυρες μιας απώλειας που δεν χωράει λέξεις, ως παιδιά που είδαν τον κόσμο τους να ραγίζει, ως άνθρωποι που αρνήθηκαν να αφήσουν τη μνήμη να σβήσει.
Κάθε τους λέξη ήταν φορτισμένη με πόνο, αλλά και με μια αξιοπρέπεια που συγκλόνισε. Δεν υπήρχε θυμός που να ξεχειλίζει ανεξέλεγκτα• υπήρχε μια καθαρή αλήθεια. Μίλησαν για τις αδερφές τους που χάθηκαν, για τα όνειρα που έμειναν στη μέση, για τις καθημερινές στιγμές που ξαφνικά έγιναν ιερές αναμνήσεις. Και μέσα από αυτόν τον πόνο, ζήτησαν το αυτονόητο: δικαιοσύνη που τρία χρόνια την περιμένουν όμως δεν έρχεται…
Μίλησαν με φωνή που έτρεμε, αλλά δεν λύγισε. Κάθε πρόταση έμοιαζε σαν υπόσχεση ότι η μνήμη δεν θα χαθεί. Μίλησαν με λόγια απλά και κοφτά, έδωσαν φωνή σε όλους όσοι ένιωσαν ότι δεν τους άκουσαν ποτέ. Μίλησαν με μια δύναμη που γεννιέται μόνο μέσα από την απώλεια, μετέτρεψαν το πένθος σε κάλεσμα ευθύνης: να μη συνηθίσουμε τον θάνατο, να μη δεχτούμε την αδιαφορία.
Οι ομιλίες των δυο αδερφών δεν ήταν απλώς λόγια μνήμης• ήταν ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Μας ανάγκασαν να κοιτάξουμε κατάματα τις ευθύνες, τις παραλείψεις, αλλά και τη δύναμη που έχουμε όταν στεκόμαστε μαζί.
Όταν τελείωσαν, το χειροκρότημα ήρθε δυνατό, όχι σαν επιβράβευση, αλλά σαν όρκος: ότι οι φωνές τους δεν θα χαθούν στον αέρα. Ότι η μνήμη, όταν γίνεται λόγος και πράξη, μπορεί να γίνει δύναμη αλλαγής.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ





























































