Υπάρχει μια συμβουλή που οι νεότεροι ακούν διαρκώς από τους μεγαλύτερους: να είναι ρεαλιστές. Να προσαρμοστούν, να κάνουν υπομονή, να καταλάβουν ότι ο κόσμος δεν αλλάζει τόσο εύκολα. Συνήθως η συμβουλή δίνεται καλοπροαίρετα. Κάποτε, όμως, ο ρεαλισμός καταλήγει να σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχτείς μια ζωή μικρότερη από τις δυνατότητές σου και τις προσδοκίες σου.
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Βραζιλία και τη Σερβία, μαζί με τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία και την Αλβανία, δείχνουν ότι αυτή η προτροπή συναντά αντιστάσεις. Σε διαφορετικές κοινωνίες, με διαφορετικές πολιτικές διαδρομές Από τις κάλπες μέχρι τους δρόμους, η διεκδίκηση μιας αξιοπρεπούς ζωής ξαναγίνεται συλλογική υπόθεση και σε αρκετές περιπτώσεις, εκείνοι που κάνουν το πρώτο βήμα είναι οι νέοι.
Στη Βραζιλία, η επανεκλογή του Λούλα απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρο, έδειξε ότι η επικράτηση της σκληρής Δεξιάς δεν αποτελεί ιστορικό μονόδρομο. Η απόσταση ανάμεσα στους δύο υποψηφίους φανερώνει, βέβαια, μια βαθιά διαιρεμένη κοινωνία. Ακριβώς γι’ αυτό η νίκη έχει σημασία: κατακτήθηκε μέσα σε μια πραγματική πολιτική σύγκρουση, χωρίς να έχει εξαφανιστεί το κοινωνικό έρεισμα του μπολσοναρισμού.
Στη Σερβία, η νίκη της Φοιτητικής Λίστας και η παραδοχή της ήττας από τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς έδωσαν εκλογική έκφραση σε μια μακρά κινητοποίηση. Οι φοιτητές απαίτησαν λογοδοσία και κατάφεραν να κινητοποιήσουν πολύ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η δοκιμασία της διακυβέρνησης παραμένει μπροστά τους. Ωστόσο, έχουν ήδη πετύχει να κάνουν την πολιτική αλλαγή πιστευτή.
Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και το κόστος ζωής έφεραν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους. Μαθητικές διεκδικήσεις απέκτησαν ευρύτερη κοινωνική απήχηση, συνδέοντας την κατάσταση των σχολείων με την καθημερινή οικονομική πίεση.
Στην Αλβανία, οι φοιτητικές διαμαρτυρίες για την εκπαίδευση και τις επαγγελματικές προοπτικές συναντήθηκαν με την αγανάκτηση για την καταγγελλόμενη διαφθορά. Είχαν προηγηθεί κινητοποιήσεις κατά τουριστικής επένδυσης συνδεδεμένης με τον Τζάρεντ Κούσνερ σε προστατευόμενη περιοχή. Η προστασία του φυσικού χώρου και η απαίτηση πολιτικής λογοδοσίας βρέθηκαν έτσι στην ίδια δημόσια συζήτηση: ποιος αποφασίζει για το μέλλον ενός τόπου και με τι κίνητρα;
Θα ήταν εύκολο να συμψηφίσουμε όλες αυτές τις εξελίξεις σε μια βολική αφήγηση. Θα ήταν και λάθος. Οι τέσσερις χώρες δεν αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση, οι κυβερνήσεις τους δεν ταυτίζονται και τα κινήματα δεν έχουν ενιαίο πρόγραμμα. Ούτε κάθε διαμαρτυρία είναι από τη φύση της προοδευτική. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κοινό πολιτικό αίτημα: η εξουσία να λογοδοτεί σε ανθρώπους τους οποίους έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει ως θεατές.
Εκεί βρίσκεται και η ιδιαίτερη σημασία μια γενιάς (Gen Z) που έχει ακούσει πολλά. Ότι είναι επιφανειακή, απορροφημένη από τις οθόνες, υπερευαίσθητη, απρόθυμη να δουλέψει. Στις κινητοποιήσεις αυτές βλέπουμε νέους να οργανώνονται, να επιμένουν και να αναλαμβάνουν ευθύνη για ζητήματα που δεν φέρουν οι ίδιοι ευθύνη .
Πολλοί millennials μάθαμε να αντιμετωπίζουμε κάθε αδιέξοδο ως προσωπική εκκρεμότητα. Άλλο ένα πτυχίο, μια ακόμη πιστοποίηση, περισσότερη δουλειά, μια μετακόμιση στο εξωτερικό. Προσπαθήσαμε να γίνουμε αρκετά κατάλληλοι για έναν κόσμο που διαρκώς άλλαζε τους όρους.
Στο πιο ενεργό κομμάτι της Gen Z διακρίνεται μια διαφορετική στάση: μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στην απαίτηση να προσαρμόζεται πάντοτε ο άνθρωπος και ποτέ το σύστημα. Υπάρχουν, στιγμές στις οποίες οι νέοι αρνούνται να το αναγνωρίσουν ως μοναδική διαθέσιμη επιλογή. Αυτή η άρνηση μπορεί να κινητοποιήσει και όσους είχαν κουραστεί να προσπαθούν.
Γιατί πίσω από τα συνθήματα υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο αδιέξοδο. Ένας νέος μπορεί να έχει σπουδάσει, να μιλά ξένες γλώσσες, να εργάζεται και πάλι να μην μπορεί να νοικιάσει μόνος του ένα σπίτι. Να αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας, μια μετακίνηση, ακόμη και λίγες ημέρες ξεκούρασης. Να διαθέτει περισσότερα τυπικά προσόντα από τους γονείς του και να αισθάνεται ότι θα ζήσει χειρότερα από αυτούς. Και όταν μια κοινωνία ζητά διαρκή προσπάθεια χωρίς να προσφέρει μια πειστική προοπτική, δεν μπορεί να εκπλήσσεται από την οργή.
Στην Ευρώπη, το ζήτημα αφορά και τις πολιτικές προτεραιότητες. Η ασφάλεια είναι πραγματική ανάγκη. Ο πόλεμος στην ευρωπαϊκή γειτονιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να μη μας αφορά. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί τις επιλογές της, να επιδιώκει διπλωματικές διεξόδους και να λογοδοτεί για το κοινωνικό κόστος. Οι πολίτες δικαιούνται να αμφισβητούν στρατιωτικές εμπλοκές και εξοπλιστικές προτεραιότητες, ιδιαίτερα όταν για τη στέγη, την παιδεία και την υγεία καλούνται διαρκώς να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους.
Σε έναν κόσμο όπου ο τραμπισμός, ο πουτινισμός και οι εθνικιστικές πολιτικές που εκπροσωπούν η Μελόνι και άλλοι ηγέτες διεκδικούν να ορίσουν την εποχή, αυτές οι αντιστάσεις έχουν αξία. Οι διαφορές ανάμεσα σε πρόσωπα και καθεστώτα είναι ουσιώδεις. Η κριτική, όμως, σε μια πολιτική που υποτάσσει τα δικαιώματα στην ισχύ και αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα ως απειλή χρειάζεται να είναι καθαρή.
Η απάντηση στους «Τραμπ» κάθε χώρας αποκτά διάρκεια και ένταση όταν συνδέει τη δημοκρατία με τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Όταν ο σεβασμός στη διαφορετικότητα συμβαδίζει με την πρόσβαση στη στέγη. Όταν η προστασία του περιβάλλοντος περιλαμβάνει το δικαίωμα των κατοίκων να αποφασίζουν για τον τόπο τους. Όταν η υπεράσπιση του ανθρώπου ισχύει και για εκείνον που δεν έχει τη δύναμη να το κάνει μόνος του.
Καμία κάλπη και καμία γεμάτη πλατεία δεν εγγυώνται από μόνες τους αυτή την προοπτική. Η ουσιαστική αλλαγή απαιτεί οργάνωση, θεσμούς και διαρκή έλεγχο ακόμη και εκείνων που εκλέχθηκαν στο όνομα της αλλαγής. Αρχίζει, όμως, από τη στιγμή που η προσωπική απογοήτευση γίνεται κοινή διεκδίκηση.
Ίσως αυτό να μας θυμίζουν σήμερα οι νεότεροι. Ότι το να δουλεύεις και να μπορείς να ζεις, να αγαπάς χωρίς φόβο, να αναπνέεις σε έναν τόπο που δεν καταστρέφεται και να απαιτείς δικαιοσύνη δεν είναι υπερβολικές προσδοκίες. Το κυριότερο όμως είναι ότι μας δείχνουν πως είναι να μη συμβιβάζεσαι.
Αλεξίου Απόστολος











































