«Ουκ απέθανεν, αλλά καθεύει» (Λουκ. 8, 52)

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΥΛΩΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (ΜΟΥΣΤΑΚΑ)

ΚΥΡΙΑΚΗ
Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
Λουκ. 8, 41-56

Πολλές φορές οἱ δυσκολίες καί οἱ θλίψεις τῆς ζωῆς ἐπισκέπτονται τόν ἄνθρωπο. Φτώχειες, ἀνεργίες, ἀρρώστειες, συκοφαντίες, ἀδικίες, ἀνταρσίες, παρεκτροπές τῆς νεολαίας καί τότε ὁ πόνος, ἡ θλίψη γίνεται ἀβάσταχτη.

Σέ μιά τέτοια ψυχική ἀναταραχή βρέθηκε ὁ Ἰάειρος τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Εἶναι συντετριμμένος γιά τό θάνατο τῆς μονάκριβης κόρης του. Καί ὁ Κύριος πού συμπονεῖ κάθε ραγισμένη καρδιά καί προσφέρει τήν ἄνωθεν παρηγορία, ὁδήγησε τά βήματά του στό σπίτι τοῦ Ἰαείρου, Ρωμαίου στρατιωτικοῦ στήν Παλαιστίνη. Οἱ θρῆνοι καί τά δάκρυα δίνουν τό δικό τους παραλήρημα σ’ αὐτό τό σπίτι. Κάποια στιγμή ἦρθε ὁ Κύριος καί ἀπό τό στόμα του ἀκούσθηκε ἐπιτακτικά τό «μή κλαίετε».

Ἐξάλλου αὐτή ἡ λέξη δέν ἀπευθύνεται καί στόν κάθε πονεμένο ἀπ’ τό πικρό δρεπάνι τοῦ θανάτου; Εἶναι, ὅμως, ἀλήθεια πώς ὅσο σκληρός καί ἄν εἶναι ὁ θάνατος δέν μετριάζεται ἡ πικρία του ἀπό τή χριστιανική ἀντιμετώπισή του;

Ἀπό τούς παλαιούς χρόνους ὁ θάνατος ἐθεωρεῖτο φρικτός, ἀποτρόπαιος, ἄγνωστος, μυστηριώδης, ἀνεξερεύνητος. Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ ἀφήρεσε τήν ἀπαίσια μορφή του. Γιά τόν πιστό χριστιανό εἶναι κάτι πολύ διαφορετικό. Θλιβερό καί πικρό ἐξωτερικά, ἀλλά ἐσωτερικά ἐγγύηση αἰωνιότητος. Τό νοτιότερο ἀκρωτήριο τῆς Ἀφρικῆς μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Βάσκο Ντέ Γκάμα γιά τούς ναυτικούς ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος.

Ἀπό τότε πού ὁ μεγάλος αὐτός θαλασσοπόρος τό παρέπλευσε σῶος καί ἀβλαβής, τό ἀκρωτήριο τῆς Καλῆς Ἐλπίδας ἀπέβη ἡ πλουτοφόρος θαλάσσια ὁδός πρός τίς Ἰνδίες.

Ἔτσι ἐθεωρεῖτο καί ὁ θάνατος στόν προχριστιανικό κόσμο. Ἀπό τήν ἐποχή, ὅμως, πού ὁ Κύριος βεβαίωσε πώς ὁ θάνατος δέν εἶναι ἐξαφάνιση καί ἐκμηδένιση, ἀλλά ἀκρωτήριο Καλῆς Ἐλπίδας πού ὁδηγεῖ σέ κόσμους μακαριότητας καί αἰώνιας χαρᾶς, τά πράγματα ἄλλαξαν. Γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέρμα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά ἡ τελείωσή της καί ἡ αφετηρία τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ θλίψη δικαιολογεῖται μόνο γιά τόν προσωρινό χωρισμό ἀπό τά οἰκεῖα πρόσωπα.

Μετριάζεται αὐτή ἡ θλίψη, γιατί ἡ ἐλπίδα τῆς συνάντησης εἰς τήν ποθεινήν πατρίδα, τόν Παράδεισο, εἶναι μία ἰσχυρότερη παρηγοριά. Ὁ χριστιανός δέ μοιάζει μέ κείνους τούς «μή ἔχοντες ἐλπίδα» τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ χριστιανός ὁμολογεῖ, πιστεύοντας πώς «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

«Μή κλαίετε», λοιπόν, πενθοῦντες χριστιανοί. Μέ τήν ἀντίληψη τῆς πίστης σας ἀντιμετωπίσατε κάθε πίκρα τῆς ζωῆς, στηριζόμενοι στήν πρόνοια καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού δέν εἶναι Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ