Η Ελληνική γλώσσα (μέρος δ΄)

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

- ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ -

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Με κάποιων άκλιτων λέξεων, κυρίως επιρρημάτων, την ετυμολόγηση και τη σημασία τους, θα ασχοληθώ στο σημερινό «σεργιάνισμα» στην Ελληνική Γλώσσα. Και αυτών των λέξεων η επιλογή είναι σχετικά τυχαία· θα μπορούσα να αναφέρω πολλαπλάσια επιρρήματα και άκλιτα μόρια που διανθίζουν τον νεοελληνικό λόγο, αλλά η πρόθεσή μου, όπως ήδη προανέφερα, δεν είναι να συντάξω ένα νέο πλήρες λεξικό της Γλώσσας μας: Φιλοδοξώ και επιθυμώ, επαναλαμβάνω, να καταδείξω τον ενιαίο χαρακτήρα, τη διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα.

Πάμε λοιπόν στην ουσία του θέματος:

1) Απεναντίας: επίρρ. τροπικό· είναι σύνθετη λ. και προέρχεται από τη μεσν. φράση «ἀπ’ εναντίας (ενν.) ὁδοῦ», που η σημασία της ήταν: «από τον αντίθετο, τον εχθρικό δρόμο».
Στις μέρες μας σημαίνει: «σε αντίθεση, αντίθετα, ίσα-ίσα».

2) Απευθείας: επίρρ. τροπικό· προέρχεται από την μεσν. φράση «ἀπ’ εὐθείας (ενν.) ὁδοῦ ή
γραμμῆς» και η σημασία της ήταν: «από τον ίσιο, το συντομότερο δρόμο». Σήμερα σημαίνει:
α) χωρίς διαμεσολάβηση, αμέσως, β) (στην τηλεόραση) την ίδια στιγμή, χωρίς μαγνητοσκόπηση, ζωντανά.

3) Αφότου: σύνδεσμος χρονικός· η λ. είναι σύνθετη μεσν. : ἀφ’ ὅτου < ἀπὸ + ὅτου < γεν. της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις. Σημασία του: «από τότε που», π.χ, πάνε πολλά χρόνια αφότου χωρίσαμε.

4) Αφού: σύνδεσμος χρονικός ή αίτιο λογικός: αρχ. ἀφ’ οὗ (ενν. χρονου) η λ. οὗ είναι γεν.
της αναφορικής αντωνυμίας ὃς, ἢ, ὃ.

5) Θα: μόριο· η λ. είναι μεσν και προήλθε με «περιπέτεια» από τη φράση θέλω ἵνα.. (θέλω
να… < θέλ’ να < θενά < θα. Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των μελλοντικών ρηματικών χρόνων (στιγμιαίου, διαρκείας και συντελεσμένου μέλλοντα)· π.χ. θα λύσω, θα λύνω, θα έχω λύσει.

6) Οιονεί: επίρρ. που ανήκει στη λόγια γλώσσα’ σύνθετη από το αρχ. οἷον (ουδ. της αντωνυμίας οἷος, οἵα, οἷον) + εἰ (υποθ. σύνδεσμος). Έχει τη σημασία του σαν, κάτι σαν, δήθεν· π.χ. « Ό,τι είπες είναι οιονεί ανούσιος λόγος », «αυτόν που βλέπεις παριστάνει τον οιονεί (=δήθεν) σοφό άνθρωπο». Πρβλ. στη Νομοθ. οιονεί νομή ή νομή δικαιώματος (η νομή που συνίσταται στην άσκηση δικαιώματος επί ενεχύρου και δουλειών).

7) Ενίοτε: χρονικό επίρρημα· προήλθε από την αρχαία φράση ἔνι + ὃτε, οπου το ἔνι είναι συγκεκομμενος τύπος του ρ. ἔνεστι (= είναι δυνατό). Σημασία του: « μερικές φορές, κάποτε, πότε-πότε».

8) Οσονούπω: χρονικό επίρρημα· σχηματίστηκε από την αρχ. φράση ὃσον (ουδ. της αναφ. αντωνυμίας ὃσος, -η, -ον) + οὔπω (=όχι ακόμη, όχι μέχρι τώρα). Σημαίνει: «σε λίγο, όπου να’ ναι »· π.χ. οσονούπω θα έρθει ο χειμώνας.

9) Τώρα: επίρρ. χρονικό. Προήλθε από την αρχ. φράση τῆ ὥρα με επιρρηματική σημασία (=αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, αμέσως).

10) Συλλήβδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. παραγόμενη από το ρ. συλλαμβάνω (συλληβ-δην < το θέμα ληβ- είναι η ισχυρή μορφή του θέματος λαβ- ). Σημασία του: «συνολικά, γενικά, χωρίς διακρίσεις»· π.χ. συλλήβδην κατηγόρησε τους πάντες.

11) Χύδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. από το θέμα χυ-του ρ. χέω (=χύνω, σκορπίζω) + το επίθημα -δην. Σημαίνει: «ανάκατα, χωρίς τάξη». Απαντά μόνο στη φράση χύδην όχλος (=αμόρφωτος λαός, όχλος, συρφετός).

12) Φύρδην-μίγδην: εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο «σιαμαία» επιρρήματα που δηλώνουν τρόπο. Το επίρρ. φύρδην παράγεται από το αρχ. ρ. φύρω (=ανακατεύω)· το μίγδην παράγεται από το αρχ. ρ. μείγνυμι (=ανακατεύω) με θ. μιγ-, ασθενή μορφή του ισχυρού θ. μειγ-. Και στα δυο επιρρ. προστίθεται στο θ. το επίθημα -δην (φύρ-δην, μίγ¬δην). Σημασία: στη φράση φύρδην μίγδην = εντελώς ανακατεμένα, άνω- κάτω.

Συντμήσεις: αρχ. = αρχαίο (α), γεν. = γενική, επίρρ. = επίρρημα, θ. = θέμα, λ. =λέξη, μεσν. = μεσαιωνικό (ή), Νομοθ. = Νομοθεσία, πρβλ. = παράβαλε, ρ. = ρήμα, υποθ. = υποθετικός.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος στ΄)

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος ε΄)