Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜ. ΒΑΒΙΤΣΑ

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο μας, ο Habermas εισήγαγε στην Κριτική θεωρία, και στον επιστημονικό κόσμο εν γένει, τη θεωρία της «Επικοινωνιακής Δράσης».

Με τη θεωρία της «Επικοινωνιακής Δράσης» ο Habermas προτείνει ένα εγχείρημα το οποίο στοχεύει να επιτρέψει την αμοιβαία κατανόηση μέσα από μια διαδικασία συζήτησης, η οποία δεν προκαθορίζεται από πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία είναι καθορισμένη η κοινωνική διαστρωμάτωση, αλλά, απεναντίας, εξαλείφει τις κοινωνικές διακρίσεις, επιτρέποντας στον Εαυτό και στον συχνά υποτιμημένο Άλλο να περπατήσουν δίπλα δίπλα με την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλο, κάτι το οποίο επιτυγχάνεται εξαιτίας της υπερβατικής δύναμης της γλώσσας και από μια δέσμευση προς την αλήθεια, από τις οποίες προκύπτει για τους ανθρώπους μία νέα διαλογική και στοχαστική εμπειρία.

Ωστόσο, αυτή η αμοιβαία κατανόηση που επιδιώκεται, προκειμένου να επιτευχθεί ένας γνήσιος διάλογος με κατεύθυνση προς την διυποκειμενική επικοινωνία, θα πρέπει να ακολουθεί τις εξής προϋποθέσεις: 1) Η δήλωση να είναι αληθινή (ή οι υπαρξιακές προϋποθέσεις του προτασιακού περιεχομένου που αναφέρεται στην πραγματικότητα να είναι ικανοποιημένες), 2) Η δράση της ομιλίας να είναι κατάλληλη αναφορικά με το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο (ή το κανονιστικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι ικανοποιείται να είναι το ίδιο νόμιμο), 3) Η πρόδηλη πρόθεση του ομιλητή να νοείται όπως αυτή εκφράζεται.

Ο Habermas, όμως, δεν αρκείται απλώς και μόνο στην αναφορά των παραπάνω προϋποθέσεων, αλλά προσθέτει και εφιστά την προσοχή στην έννοια του βιόκοσμου, ενός υπερβατικού χώρου εντός του οποίου μπορεί να επιτευχθεί η διυποκειμενική συναίνεση. Προτείνει, δηλαδή, τη σύλληψη των κοινωνιών ως «συστημάτων» και «βιόκοσμων» ταυτόχρονα, καθώς ενστερνίζεται τον εννοιολογικό διαχωρισμό της «ορθολογικοποίησης του βιόκοσμου» από την «αυξανόμενη συνθετότητα των κοινωνικών συστημάτων», γι’ αυτό και στοχεύει ρητά στην κατανόηση της σύγχρονης σχέσης μεταξύ «μορφών κοινωνικής ενσωμάτωσης» και «σταδίων συστημικής διαφοροποίησης».

Επιπλέον, επιχειρηματολογεί υποστηρίζοντας ότι η ενσωμάτωση της κοινωνίας λαμβάνει χώρα σε δύο διαφορετικές σφαίρες: του βιόκοσμου και του συστήματος ή της κοινωνικής και της συστημικής ενσωμάτωσης αντίστοιχα, όπου η μεν πρώτη σφαίρα, αφορά στην εναρμόνιση των προσανατολισμών του πράττειν μέσω μίας συναίνεσης η οποία είτε υφίσταται υπό τη μορφή της κανονιστικής εγγύησης του κράτους δικαίου είτε επιτυγχάνεται επικοινωνιακά μέσω του μηχανισμού της αμοιβαίας κατανόησης, η δε δεύτερη σφαίρα, αφορά στη «λειτουργική δικτύωση» των συνεπειών της δράσης μέσω συστημικών μηχανισμών που ρυθμίζουν και σταθεροποιούν τις «μη σκόπιμες διασυνδέσεις της δράσης».

Είναι, επομένως, φανερό, ότι ο Habermas εισάγοντας την έννοια του βιόκοσμου, δημιουργεί εκείνον τον υπερβατικό χώρο μέσα στον οποίο η θεωρία της «Επικοινωνιακής Δράσης» μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ικανοποιώντας το αίτημα της επίτευξης της διυποκειμενικής επικοινωνίας, καθώς αναδεικνύει τη βαρύνουσα σημασία της γνωριμίας του Εαυτού με τον Άλλο, προσδίδοντας στον «Άλλο» το ρόλο μιας υπαρξιακής αναγκαιότητας –αφού ο Εαυτός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Άλλο, και το αντίστροφο.

* Ο Θεόδωρος Δ. Βαβίτσας είναι Δάσκαλος, Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here