Πιστεύει ότι η απομόνωση μάς έκανε να νοσταλγήσουμε το «μαζί» και μορφές συλλογικότητας που εδώ και χρόνια έχουμε χάσει ως κοινωνία.
Εκτός από τον καλπασμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την κάθε λογής διαδικτυακή αλληλεπίδραση ‒που τελικά ήρθαν για να μείνουν‒, ο κόσμος στράφηκε ξανά στα βιβλία, σαν τον χαμένο Παράδεισο που καταργεί τα όρια και μας κάνει να ζήσουμε πολλές ζωές.
Όλα αυτά δεν άφησαν ανεπηρέαστη την γραφή και την έμπνευση της Αλέκας Πλακονούρη.
Θεωρεί ότι ο αναγκαστικός εγκλεισμός λόγω της πανδημίας μάς έκανε να επανεκτιμήσουμε κάποια απλά, καθημερινά πράγματα, τα οποία ορίζουν την ομορφιά των μικρών πραγμάτων και έχουν να κάνουν με την ατομική μας ελευθερία.
Για εκείνη η ανάγνωση έργων σπουδαίων συγγραφέων είναι σαν να διευρύνει την προσωπική μας εμπειρία εμβαπτισμένη στο ασταμάτητο ποτάμι της λογοτεχνίας.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
«Τρύπα στο ταβάνι» είναι ο τίτλος της νέας σας συλλογής διηγημάτων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Τι θα συναντήσει ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου σας;
Θα συναντήσει 53 διηγήματα μικρής φόρμας. Θεματικά αφορούν στον έρωτα και στην απώλεια, στη σχέση του ατόμου με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ως διαμορφωτής τους αλλά και ως αντικείμενό τους, στην πίεση που ασκούν τα κοινωνικά πρότυπα στους ανθρώπους, στη θέση των γυναικών στην κοινωνία διαχρονικά και στις έμφυλες διακρίσεις, στην ποίηση της καθημερινότητας και στα μεγάλα τραύματα που κουβαλάμε όλοι. Σε πολλά διηγήματα υπάρχει μια διάθεση ρήξης ‒είτε ρεαλιστικά είτε συμβολικά‒ με ό,τι καταπιέζει τους ήρωες.
Θέλετε να μας μιλήσετε για τα διηγήματα που απαρτίζουν το βιβλίο σας. Ποιες ήταν οι πηγές της έμπνευσής σας;
Κάποια διηγήματα είναι ιστορίες που μου μεταφέρθηκαν πρόσφατα ή υπήρχαν χρόνια μέσα μου και με κάποιο τρόπο κυοφορούνταν, άλλα είναι μυθοπλασίες, κάποια είναι προσωπικά βιώματα, άλλα είναι ένας ποιητικός ή υπερβατικός τρόπος θέασης της πραγματικότητας για θέματα που συνειδητά ή ασυνείδητα με απασχολούν. Ένα ασήμαντο γεγονός, όπως ένα πουλί στο μπαλκόνι, ένα παλιό οικογενειακό γράμμα, η ανάμνηση ενός παιδικού φόβου, ένα ερωτευμένο ζευγάρι κι ένας πόλεμος που μαίνεται, ο εσωτερικός μονόλογος μιας γυναίκας που πλήρωσε πολύ ακριβά το τίμημα της ελευθερίας της ‒ όλα αυτά, αν και φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, κατασκευάζουν το παλίμψηστο της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων πολλών χρόνων.
Υπάρχει κάποιος συνεκτικός ιστός που δένει τα διηγήματα της συλλογής σας;
Νομίζω ότι ο συνεκτικός ιστός είναι η μνήμη, που με ωθεί να διηγηθώ ιστορίες που πρέπει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να θυμόμαστε, διότι μας χαρακτηρίζουν ως άτομα και ως κοινωνία. Ακόμη και όταν το βλέμμα μου είναι λοξό και παιγνιώδες, από κάτω μάλλον υπάρχει το αίτημα της διάσωσης της μνήμης μέσω της μεταφοράς των ιστοριών, λεγμένων και ανείπωτων, έτσι που να μην ξεχαστούν. Ίσως γι’ αυτό επέλεξα να βάλω ως μότο στην αρχή του βιβλίου τους στίχους του Σεφέρη: Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. / Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη / ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Μπορούμε να διακρίνουμε τις προσωπικές σας εμπειρίες στο έργο σας, κυρία Πλακονούρη;
Ναι, βέβαια, υπάρχουν ιστορίες που είναι σαφές ότι έχουν βιωματικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, σε μια λέσχη ανάγνωσης μια αναγνώστρια μού είπε «Έχεις αδελφή; Υπάρχει πολλή αδελφική αγάπη σ’ αυτά τα διηγήματα», και ήταν κάτι που δεν μου είχε περάσει απ’ τον νου. Επίσης, υπάρχουν οι μεγάλες αγάπες μου, η αγάπη μου για τη φύση, για τη θάλασσα, για τη μουσική, αλλά και η αγάπη μου για το θέατρο και την ποίηση ‒ με αιχμή του δόρατος τον Καρυωτάκη.
Πιστεύετε ότι η τεχνολογία, η σημερινή ψηφιακή εποχή, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη λογοτεχνία, τον τρόπο που γράφουμε και διαβάζουμε;
Ναι, προφανώς, κυρία Δούλη. Ήδη υπάρχει μια τάση προς το σύντομο κείμενο, λόγω του σκρολαρίσματος στο διαδίκτυο. Υπάρχουν ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά που σου επισημαίνουν πόσο χρόνο θα σου πάρει να διαβάσεις κάτι. Το κεφάλαιο τεχνητή νοημοσύνη, που είναι σε νηπιακό στάδιο ακόμη, σίγουρα θα επηρεάσει τον τρόπο που συνδιαλεγόμαστε με τα κείμενα γράφοντας ή διαβάζοντας. Αυτό μου φαίνεται τρομακτικό. Φανταστείτε ότι σε κάποια χρόνια τα κείμενα που θα έχει δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι περισσότερα από εκείνα που έχουν παραχθεί από τις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν ξέρω αν στα επόμενα χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα γονιμοποιήσει τη λογοτεχνική δημιουργία ή αν θα την καταργήσει, ή αν ‒ακόμη χειρότερα‒ θα υπάρξει ένα υβρίδιο διασταύρωσης ανθρώπου και τεχνολογίας που θα σκέφτεται και θα παράγει εντός προκαθορισμένων ορίων και βάσει συγκεκριμένων όρων.
Θεωρείτε πως η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει το βλέμμα μας;
Ναι, απεριόριστα. Όταν διαβάζεις Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Μπόρχες, Κάρβερ, Χεμινγουέι, Μπολάνιο, Κορτάσαρ, Μπαλζάκ, ‒σκοπίμως αναφέρω διαφορετικούς συγγραφείς‒ είναι σαν να διευρύνεται η προσωπική σου εμπειρία εμβαπτισμένη στο ασταμάτητο ποτάμι της λογοτεχνίας. Διαβάζοντας πριν από δύο περίπου χρόνια το «Πες της» του Χρήστου Οικονόμου, ένιωσα πως δεν υπάρχει ρεαλιστικότερη και συγχρόνως ποιητικότερη αποτύπωση της σημερινής Ελλάδας· κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει, πάρα μόνο ίσως ένα πολύ εμπνευσμένο είδος κινηματογράφου και ύστερα από πολλή έρευνα.
Στο χτίσιμο μιας λογοτεχνικής ιστορίας, τι είναι αυτό που κυρίως προσέχετε, κυρία Πλακονούρη;
Προσέχω η φωνή και η δράση των ηρώων μου να είναι πειστική, σε αρμονία με τον εαυτό τους και την ιστορική/κοινωνική συνθήκη. Να υπάρχει μια προϊστορία που θα δηλώνεται, επειδή κανείς, όπως και στο θέατρο, δεν υπάρχει μόνο όταν τον λούζουν τα φώτα, αλλά και πριν και μετά. Να υπάρχει επίσης ένας ρεαλισμός, αλλά συγχρόνως και κάτι ανοιχτό και υπερβατικό, μια μορφή διαφυγής και διάρρηξης κάθε καταπιεστικής κατάστασης, εν πολλοίς μια τρύπα στο ταβάνι.
Στο απόθεμα εμπειριών που κουβαλά ο καθένας μας, ο συγγραφέας μπαίνει σε κάποιες ειδικές ταξινομήσεις; Η φαντασία και οι ιστορίες των άλλων κατά πόσο «τροχοδρομούν» την πένα σας;
Ναι, φαντάζομαι ότι μπαίνει, κυρία Δούλη. Ενώ πάντα είναι ο εαυτός του, κάπου γίνεται ένα μαγικό κλικ, που τον κάνει να μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλο. Δηλαδή, κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει στους ηθοποιούς. Στο προηγούμενο βιβλίο μου υπάρχει ένα διήγημα που είναι ο εσωτερικός μονόλογος ενός άντρα των ΜΑΤ. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έγραφα κάτι τέτοιο· κι όμως, έγινε σχεδόν αυτόματα. Η φαντασία μόνο απελευθερωτική είναι επί του πρακτέου, διότι δίνει λύσεις που με τη λογική και τη μεζούρα δεν βρίσκεις ποτέ· χρειάζεται η απελευθερωτική τρέλα, για να φτιάξεις κόσμους και ανθρώπους. Οι ιστορίες των άλλων μπορούν να είναι το έναυσμα ή και το πλήρες υλικό, όμως πάντα ιδωμένες με τη μοναδική προσωπική ματιά κάποιου. Εμένα μου αρέσει να προεκτείνω τις ιστορίες που μαθαίνω και μου κινούν λογοτεχνικά το ενδιαφέρον.
Η επίγνωση ότι οι πράξεις μας, οι σκέψεις μας, οι λέξεις μας θα συνεχίσουν να υπάρχουν πάντα ως παρακαταθήκη για τους κατοπινούς σάς βαραίνει ως έναν βαθμό με το αίσθημα της ευθύνης;
Όχι, είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι καθόλου. Με ενδιαφέρει η δική μου αλήθεια και κατ’ επέκταση η αλήθεια των ηρώων μου μέχρι το σημείο εκείνο που ‒ίσως‒ ο αναγνώστης συνδεθεί μαγικά με τις ιστορίες μου. Από εκεί και πέρα, αναγκαστικά με το θάρρος κάποιου που εκθέτει και εκτίθεται, είμαι αποκλειστικά στο έλεός του.
*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ στις 25 Απριλίου 2025.
