Ο τζόγος δεν είναι πλέον μια δραστηριότητα που περιορίζεται στα πρακτορεία ή στις στοιχηματικές πλατφόρμες. Έχει εισβάλει στην καθημερινότητά μας και, κυρίως, στις οθόνες των νέων. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς έναν ποδοσφαιρικό ή μπασκετικό αγώνα. Πριν από τη σέντρα, στα ημίχρονα, στα διαφημιστικά διαλείμματα, στις πινακίδες γύρω από το γήπεδο, στις φανέλες των ομάδων, ακόμα και στις αναλύσεις των αγώνων, το μήνυμα είναι σχεδόν παντού το ίδιο: «Παίξε».
Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι μεγάλο μέρος της αθλητικής διαφημιστικής αγοράς έχει πλέον καταληφθεί από τις στοιχηματικές εταιρείες. Εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσαν προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης – τρόφιμα, αναψυκτικά, αυτοκίνητα ή απορρυπαντικά – σήμερα κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά ο τζόγος. Βέβαια, στο τέλος κάθε διαφήμισης εμφανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα η υποχρεωτική προειδοποίηση ότι το παιγνίδι απευθύνεται σε άτομα άνω των 21 ετών και ότι υπάρχει κίνδυνος εθισμού και απώλειας περιουσίας. Μια προειδοποίηση που δύσκολα μπορεί να αντισταθμίσει τη συνεχή προβολή και την κανονικοποίηση του στοιχήματος.
Σωστά αποφασίστηκε ότι οι διαφημίσεις προϊόντων καπνού και τσιγάρων δεν έχουν θέση στα μέσα ενημέρωσης, καθώς κρίθηκε ότι επηρεάζουν αρνητικά τη δημόσια υγεία. Γιατί όμως δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια αυστηρότητα η αδιάκοπη προβολή του τζόγου, όταν είναι γνωστό ότι μπορεί να οδηγήσει σε εθισμό, οικονομική καταστροφή, οικογενειακά αδιέξοδα και σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας;
Το ερώτημα δεν είναι αν ο τζόγος είναι νόμιμος. Είναι αν η αδιάκοπη διαφήμισή του, ιδιαίτερα μέσα από τον αθλητισμό που παρακολουθούν χιλιάδες παιδιά και έφηβοι, διαμορφώνει λανθασμένα πρότυπα. Όταν ένας νέος μεγαλώνει βλέποντας ότι κάθε μεγάλη αθλητική διοργάνωση συνοδεύεται από δεκάδες μηνύματα που τον προτρέπουν να στοιχηματίσει, το στοίχημα παύει να μοιάζει με μια περιστασιακή επιλογή και γίνεται μέρος της κουλτούρας του.
Ίσως, τελικά, εκεί να βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Αντί να επενδύουμε περισσότερο στον αθλητισμό, στον πολιτισμό, στον εθελοντισμό και στις δημιουργικές διεξόδους για τη νέα γενιά, αφήνουμε τον χώρο να καταλαμβάνεται από το εύκολο κέρδος και την ψευδαίσθηση της γρήγορης επιτυχίας. Και όταν η μόνη εικόνα που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά είναι αυτή του στοιχήματος, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αν οι νέοι θεωρήσουν ότι αυτή είναι η φυσιολογική επιλογή.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν πρέπει να υπάρξουν αυστηρότεροι κανόνες στις διαφημίσεις του τζόγου. Είναι αν, ως κοινωνία, έχουμε κάτι καλύτερο να προτείνουμε στα παιδιά μας από το να τους δείχνουμε ότι η τύχη είναι ο πιο σύντομος δρόμος προς την επιτυχία.




































































